Μια οικονομία έντονων αντιθέσεων και πολλαπλών ταχυτήτων, όπου η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών συνυπάρχει με την «ασφυξία» των μικρών επιχειρήσεων, αποτυπώνει η 6η Ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ για το 2024. Η έκθεση καταγράφει τις εξελίξεις σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια, μέτρια παγκόσμια μεγέθυνση με προβλέψεις για επιβράδυνση, αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και πτωτική πορεία των τιμών ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση επισημαίνει τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους από τις συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, ενώ χαρακτηρίζει την κλιματική αλλαγή ως τη μεγαλύτερη απειλή για τον πλανήτη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό μεγέθυνσης 2,3% το 2024, με το ΑΕΠ να φτάνει τα 201,5 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές και τα 237,573 δισ. ευρώ σε τρέχουσες, αν και παραμένει κατά 15,1% χαμηλότερο από το 2008. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,05%, φτάνοντας τα 138.525 εκατ. ευρώ, ενώ οι επενδύσεις σημείωσαν άνοδο 4,50%, με τη μερίδα του λέοντος να αντιστοιχεί στις κατασκευές. Στην αγορά εργασίας, η ανεργία μειώθηκε στο 10,1%, από το ιστορικό υψηλό του 27,8% το 2013, ενώ βελτίωση σημειώθηκε και στον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης, αν και η χώρα υποχώρησε στην 34η θέση παγκοσμίως. Παρά την αύξηση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στα 6,75 δισ. ευρώ, η έκθεση σημειώνει πως η Ελλάδα παραμένει ελάσσων επενδυτικός προορισμός.
Στον αντίποδα των θετικών δεικτών, η καταναλωτική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε κατά 4,10%, με το ποσοστό της επί του ΑΕΠ (18,3%) να βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό, έναντι 21,0% το 2008 και 21,6% του μέσου όρου της ΕΕ. Παράλληλα, το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών επιδεινώθηκε κατά 13,44%, φτάνοντας τα 32,9 δισ. ευρώ. Στο χρηματοοικονομικό πεδίο, η αυξητική πορεία των καταθέσεων έχει σταματήσει, με τις καταθέσεις της Γενικής Κυβέρνησης ειδικότερα να μειώνονται κατά 15,31%. Ο πληθωρισμός του 2,7% παρέμεινε πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 8,93% ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ σημαντικές ανατιμήσεις καταγράφηκαν σε είδη όπως η σοκολάτα, τα αλκοολούχα ποτά και η στέγαση.
Στα δημόσια οικονομικά, η αύξηση των συνολικών φόρων κατά 11,6% συνέβαλε στη διαμόρφωση πρωτογενούς πλεονάσματος 4,8% του ΑΕΠ, από 2,0% το 2023. Αυτό οδήγησε στη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 153,6% (364.885 εκατ. ευρώ), το οποίο όμως παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωζώνη. Η έκθεση σημειώνει ότι η πρόσφατη μεταρρύθμιση στο δημοσιονομικό πλαίσιο εμπεριέχει προβληματικές πτυχές για τις μικρές επιχειρήσεις. Σε επίπεδο επιχειρηματικής δομής, το 2024 ο συνολικός κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 4,57% και η απασχόληση κατά 8,85%, ενώ οι νέες συστάσεις επιχειρήσεων ενισχύθηκαν κατά 18,3%, με κυρίαρχη μορφή την ατομική επιχείρηση και πρωταγωνιστή τον κλάδο της μεταφοράς και αποθήκευσης (+35,3%).
Η κατάσταση για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως προκύπτει από τις έρευνες του Ινστιτούτου, παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, παρά την ανάκαμψή του στο δεύτερο εξάμηνο (59,3 μονάδες από 49,6), παραμένει κάτω από το υψηλό του 2023 (66,7 μονάδες) και αποκαλύπτει μια τεράστια απόκλιση μεταξύ των πολύ μικρών (81,1 μονάδες) και των μικρών επιχειρήσεων (48 μονάδες). Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις βίωσαν επιδείνωση της ρευστότητάς τους, εννιά στις δέκα (91,6%) δήλωσαν αύξηση του λειτουργικού τους κόστους την τελευταία τριετία και το ποσοστό όσων έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Οι επενδύσεις είναι κυρίως μικρής κλίμακας και αυτοχρηματοδοτούμενες, ενώ η τάση συγκέντρωσης της αγοράς σε μεγαλύτερες εταιρείες συνεχίζεται.



