Σε μια περίοδο που οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες στρέφονται προς την αύξηση των φορολογικών εσόδων για την κάλυψη διογκούμενων δαπανών, η Ελλάδα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, εφάρμοσε το 2024 μια σειρά από στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, εστιάζοντας στην ενίσχυση των νοικοκυριών και συγκεκριμένων επαγγελματικών κλάδων. Σύμφωνα με τη δέκατη ετήσια έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, με τίτλο «Tax Policy Reforms 2025», η ελληνική στρατηγική διαφοροποιείται από τη διεθνή τάση που σηματοδοτεί το τέλος των γενικευμένων μέτρων στήριξης της περιόδου της πανδημίας και την υιοθέτηση πολιτικών για την ενίσχυση των δημοσίων ταμείων απέναντι σε μακροπρόθεσμες προκλήσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, η κλιματική αλλαγή και οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, η έκθεση καταγράφει μια δέσμη παρεμβάσεων που αποσκοπούσαν στη μείωση του φορολογικού βάρους. Στον τομέα της φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, η πιο σημαντική μεταρρύθμιση ήταν η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τους αυτοαπασχολούμενους, παράλληλα με την προσαρμογή του τρόπου υπολογισμού του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος και την εισαγωγή μείωσης 50% για τους επαγγελματίες που κατοικούν σε μικρούς δήμους. Επιπλέον, θεσπίστηκε φορολογική απαλλαγή για φιλοδωρήματα έως 300 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους εφημερευόντες ιατρούς καθιερώθηκε ειδικός φορολογικός συντελεστής 22%. Στον τομέα της ακίνητης περιουσίας, διπλασιάστηκε στο 20% η έκπτωση φόρου για ιδιοκτήτες που ασφαλίζουν τις κατοικίες τους έναντι φυσικών καταστροφών, ενώ παρατάθηκε η αναστολή του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων και θεσπίστηκε τριετής απαλλαγή για εισοδήματα από ακίνητα που επανεντάσσονται στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης. Αντίρροπα, ωστόσο, αυξήθηκαν κατά 2,7% οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τους αυτοαπασχολούμενους, ενώ παράλληλα αυξήθηκε κατά το ίδιο ποσοστό και το ανώτατο όριο των αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές για εργοδότες και μισθωτούς.
Στο πεδίο της έμμεσης φορολογίας, η Ελλάδα επέκτεινε την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ 13% στις υπηρεσίες εστίασης, ανέστειλε τον ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα έως το τέλος του 2025 και ρύθμισε τη φορολόγηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, επιβάλλοντας ΦΠΑ 13% σε νομικά πρόσωπα ή φυσικά πρόσωπα που διαχειρίζονται περισσότερα από δύο ακίνητα. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι συντελεστές για το τέλος ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, που αντικατέστησε τον φόρο διαμονής. Στον επιχειρηματικό τομέα, ενισχύθηκαν τα κίνητρα για angel investors με τον τριπλασιασμό του ανώτατου εκπιπτόμενου ποσού, ενώ διευκολύνθηκαν οι συνεργασίες μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τη μείωση του απαιτούμενου μετοχικού κεφαλαίου για την εξασφάλιση φοροαπαλλαγής 30% στα κέρδη τους, δίνοντάς τους ταυτόχρονα τη δυνατότητα μεταφοράς φορολογικών ζημιών που προκύπτουν από επιχειρηματικούς μετασχηματισμούς. Αυτές οι πολιτικές συνέβαλαν, μαζί με άλλους παράγοντες, στη διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης του ΑΕΠ και στη σημαντική μείωση της ανεργίας σε σχέση με τα προ-πανδημικά επίπεδα.
Η διεθνής εικόνα που παρουσιάζει ο ΟΟΣΑ είναι διαφορετική, καθώς το 2024 εδραιώθηκε η στροφή προς την αύξηση της φορολογίας. Αυτή η ανάγκη για ενίσχυση των εσόδων, η οποία απορρέει από το υψηλό δημόσιο χρέος που στις χώρες του ΟΟΣΑ έφτασε σχεδόν το 112% του ΑΕΠ το 2024, οδήγησε σε μια σειρά από συντονισμένες παρεμβάσεις. Για δεύτερη συνεχή χρονιά, περισσότερες χώρες αύξησαν παρά μείωσαν τους συντελεστές φορολογίας εισοδήματος εταιρειών. Ωστόσο, η έκθεση υπογραμμίζει ότι αυτή η αύξηση των συντελεστών συνοδεύτηκε συχνά από τη διεύρυνση των μέτρων συρρίκνωσης της φορολογικής βάσης, καθώς οι κυβερνήσεις συνέχισαν να παρέχουν γενναιόδωρα κίνητρα για επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία και τις πράσινες τεχνολογίες. Παράλληλα, πολλές χώρες υψηλού εισοδήματος αύξησαν τους ανώτατους συντελεστές φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ως απάντηση στην πίεση που ασκούν στα δημόσια οικονομικά οι δαπάνες για την υγεία και τη συνταξιοδότηση λόγω της δημογραφικής γήρανσης.
Η τάση για αύξηση εσόδων αποτυπώνεται και στην κατάργηση προσωρινών μειώσεων ΦΠΑ που είχαν εφαρμοστεί κατά την ενεργειακή κρίση, με οκτώ χώρες να προχωρούν σε αύξηση του βασικού τους συντελεστή το 2024. Η περιβαλλοντική φορολογία αναδεικνύεται σε κεντρικό πυλώνα των σύγχρονων φορολογικών συστημάτων. Η έκθεση του ΟΟΣΑ επισημαίνει τη σταδιακή κατάργηση των ελαφρύνσεων στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων και την ταυτόχρονη ενίσχυση της τιμολόγησης του άνθρακα. Αρκετές χώρες αύξησαν τους σχετικούς φόρους ή επέκτειναν την εφαρμογή τους σε τομείς όπως η γεωργία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Δανία, και η διεθνής ναυτιλία, η οποία εντάχθηκε πλέον στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει την αυξανόμενη χρήση των ειδικών φόρων κατανάλωσης για την προώθηση της δημόσιας υγείας. Δεκαέξι χώρες αύξησαν τη φορολογία στα προϊόντα καπνού, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων ατμίσματος, επτά χώρες προχώρησαν σε αντίστοιχες αυξήσεις στα αλκοολούχα ποτά και τουλάχιστον δύο επέκτειναν ή προσάρμοσαν τους φόρους στα ζαχαρούχα αναψυκτικά. Στον αντίποδα, η φορολογία ακίνητης περιουσίας κινήθηκε κυρίως πτωτικά, με τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις να αποσκοπούν στη μείωση του βάρους για τα νοικοκυριά και στην τόνωση της αγοράς. Συνολικά, η ανάλυση του ΟΟΣΑ σκιαγραφεί ένα νέο φορολογικό τοπίο, όπου η δημοσιονομική βιωσιμότητα και η αντιμετώπιση διαρθρωτικών προκλήσεων επιστρέφουν στην κορυφή της ατζέντας, εκτοπίζοντας τις πολιτικές οριζόντιων ελαφρύνσεων της προηγούμενης περιόδου.



