Σε μια περίοδο αδύναμης ανάπτυξης και συστημικών διαταραχών εισέρχεται η παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ με τίτλο Chief Economists’ Outlook. Στην έρευνα, το 72% των κορυφαίων οικονομολόγων που συμμετείχαν προβλέπει ότι οι παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες θα αποδυναμωθούν κατά το επόμενο έτος. Η απαισιοδοξία αυτή τροφοδοτείται από την εντατικοποίηση των εμπορικών αναταραχών, την αυξανόμενη πολιτική αβεβαιότητα και την επιταχυνόμενη τεχνολογική αλλαγή, παράγοντες που συνθέτουν την ανάδυση ενός νέου οικονομικού περιβάλλοντος, το οποίο χαρακτηρίζεται από επίμονη αστάθεια και αυξανόμενο κατακερματισμό.
Η συντριπτική πλειοψηφία των οικονομολόγων συμφωνεί ότι οι τρέχουσες διαταραχές έχουν δομικό και όχι κυκλικό χαρακτήρα, σηματοδοτώντας μια θεμελιώδη αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομίας. Ενδεικτικό είναι ότι το 78% των ερωτηθέντων αναμένει μακροπρόθεσμες διαταραχές στους φυσικούς πόρους και την ενέργεια, το 75% στην τεχνολογία και την καινοτομία, ενώ το 63% προβλέπει αντίστοιχες μακροχρόνιες αλλαγές στο εμπόριο, τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και τους παγκόσμιους οικονομικούς θεσμούς. Η παγκόσμια οικονομία δεν αντιμετωπίζει πλέον μεμονωμένα σοκ, αλλά εισέρχεται σε μια φάση ευρύτερης αναδόμησης που απαιτεί νέες μορφές ηγεσίας, συνεργασίας και ανθεκτικότητας.
Η έκθεση υπογραμμίζει τις έντονες περιφερειακές αποκλίσεις, με το 56% των οικονομολόγων να αναμένει διεύρυνση του χάσματος μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών κατά την επόμενη τριετία. Οι αναδυόμενες αγορές, και ειδικότερα οι περιοχές της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, της Νότιας Ασίας και της Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού, αναδεικνύονται ως οι κύριοι κινητήρες της παγκόσμιας ανάπτυξης. Αντίθετα, στις ανεπτυγμένες οικονομίες οι προοπτικές παραμένουν στάσιμες. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 52% των οικονομολόγων προβλέπει ασθενή ανάπτυξη και το 59% υψηλό πληθωρισμό, με το 85% να αναμένει χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Στην Ευρώπη, το 40% εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα είναι αδύναμη, σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής χαλάρωσης, την οποία αναμένει το 74%, και συγκρατημένου πληθωρισμού, όπως εκτιμά το 88% των ερωτηθέντων. Για την Κίνα, το 56% των οικονομολόγων αναμένει μέτρια ανάπτυξη, αν και οι αποπληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ως κίνδυνος.
Οι δομικές αυτές μεταβολές εκδηλώνονται με μεγαλύτερη ένταση στο πεδίο του εμπορίου, της δημοσιονομικής πολιτικής και του χρέους. Το 70% των οικονομολόγων αξιολογεί το τρέχον επίπεδο εμπορικής διαταραχής ως πολύ υψηλό, ενώ πάνω από τα τρία τέταρτα αναμένουν ότι οι επιπτώσεις θα επεκταθούν και σε άλλους τομείς. Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει μια σημαντική μετατόπιση των κινδύνων χρέους, οι οποίοι πλέον δεν αφορούν κυρίως τις αναδυόμενες οικονομίες αλλά επικεντρώνονται στις ανεπτυγμένες. Το 80% των ερωτηθέντων αναμένει ότι οι ευπάθειες χρέους στις προηγμένες οικονομίες θα αυξηθούν τον επόμενο χρόνο, με τις δημοσιονομικές αδυναμίες να αναγνωρίζονται ως βασικός ανασταλτικός παράγοντας για την ανάπτυξη στο 41% των περιπτώσεων, έναντι μόλις 12% στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η ραγδαία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης προσθέτει ένα νέο επίπεδο αβεβαιότητας, καθώς οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι θα καταστεί εμπορικά ανατρεπτική μέσα στον επόμενο χρόνο, με τις απόψεις για τις επιπτώσεις της στην αγορά εργασίας να παραμένουν διχασμένες. Όπως δήλωσε η Saadia Zahidi, Διευθύνουσα Σύμβουλος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, «τα περιγράμματα ενός νέου οικονομικού περιβάλλοντος ήδη διαμορφώνονται, καθοριζόμενα από διαταραχές στο εμπόριο, την τεχνολογία, τους πόρους και τους θεσμούς. Οι ηγέτες πρέπει να προσαρμοστούν με επείγοντα τρόπο και συνεργασία για να μετατρέψουν τη σημερινή αναταραχή σε αυριανή ανθεκτικότητα».



