Η δημοσίευση της έκθεσης «World Urbanization Prospects 2025» από το Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (UNDESA) αναδεικνύει την αστικοποίηση ως μία από τις πιο καθοριστικές δυνάμεις της σύγχρονης εποχής, θέτοντας το ζήτημα στο επίκεντρο ενόψει των διαπραγματεύσεων για το κλίμα στην COP30 που θα διεξαχθεί στην Μπελέμ της Βραζιλίας. Τα στοιχεία της έκθεσης καταγράφουν μια ιστορική δημογραφική μετατόπιση: ενώ το 1950 ο παγκόσμιος πληθυσμός ανερχόταν σε 2,5 δισεκατομμύρια με μόλις το 20% να διαμένει σε πόλεις, σήμερα, το 2025, το ποσοστό αυτό έχει υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας το 45% των 8,2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Οι προβολές για το μέλλον είναι σαφείς, καθώς τα δύο τρίτα της παγκόσμιας πληθυσμιακής αύξησης έως το 2050 αναμένεται να λάβουν χώρα σε πόλεις, με το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου να κατευθύνεται σε κωμοπόλεις, υπογραμμίζοντας τον κομβικό ρόλο των αστικών κέντρων στην επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εκρηκτική άνοδο των «μεγαλοπόλεων», των μητροπολιτικών περιοχών δηλαδή με πληθυσμό 10 εκατομμυρίων κατοίκων και άνω. Ο αριθμός τους τετραπλασιαστηκε από 8 το 1975 σε 33 το 2025, εκ των οποίων οι 19 βρίσκονται στην Ασία. Η έκθεση προβλέπει ότι ο κατάλογος αυτός θα διευρυνθεί περαιτέρω, φτάνοντας τις 37 μεγαλοπόλεις έως το 2050, καθώς νέα αστικά κέντρα όπως η Αντίς Αμπέμπα στην Αιθιοπία, το Νταρ ες Σαλάμ στην Τανζανία, το Χατζιπούρ στην Ινδία και η Κουάλα Λουμπούρ στη Μαλαισία βρίσκονται σε τροχιά υπέρβασης του ορίου των 10 εκατομμυρίων. Η Τζακάρτα της Ινδονησίας αναδεικνύεται ως η πολυπληθέστερη πόλη στον κόσμο για το 2025, φιλοξενώντας σχεδόν 42 εκατομμύρια ανθρώπους, ακολουθούμενη από την Ντάκα του Μπαγκλαντές και το Τόκιο της Ιαπωνίας.
Οι γεωπολιτικές ισορροπίες του αστικού πληθυσμού αλλάζουν δραματικά. Η Ντάκα αναμένεται να καταστεί η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο στα μέσα του αιώνα, ενώ το Καράτσι του Πακιστάν προβλέπεται να εισέλθει στην πρώτη δεκάδα έως το 2030 και να φτάσει την πέμπτη θέση έως το 2050. Στον αντίποδα, το Τόκιο, που σήμερα κατέχει την τρίτη θέση, αναμένεται να υποχωρήσει στην έβδομη θέση έως το 2050, καθώς ο πληθυσμός του προβλέπεται να συρρικνωθεί στα 31 εκατομμύρια. Το Κάιρο της Αιγύπτου αποτελεί τη μοναδική πόλη εκτός της ασιατικής ηπείρου που συγκαταλέγεται στην πρώτη δεκάδα των πολυπληθέστερων πόλεων παγκοσμίως, επιβεβαιώνοντας τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας αστικοποίησης.
Η πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού εξακολουθεί να διαβιεί σε μικρότερα αστικά κέντρα, τα οποία αναπτύσσονται ταχύτερα, ιδιαίτερα στην Αφρική και την Ασία. Από τις περίπου 12.000 πόλεις που αναλύθηκαν, το 96% διαθέτει λιγότερους από ένα εκατομμύριο κατοίκους, ενώ το 81% έχει πληθυσμό κάτω των 250.000. Ο συνολικός αριθμός των πόλεων έχει υπερδιπλασιαστεί από το 1975 και οι προβλέψεις δείχνουν ότι ενδέχεται να ξεπεράσει τις 15.000 έως τα μέσα του αιώνα. Ωστόσο, η αύξηση δεν είναι καθολική: περισσότερες από 3.000 πόλεις παγκοσμίως κατέγραψαν μείωση πληθυσμού μεταξύ 2015 και 2025, φαινόμενο που πλήττει κυρίως μικρότερες πόλεις στην Κίνα και την Ινδία, αλλά και μεγάλα κέντρα όπως η Πόλη του Μεξικού και το Τσενγκντού.
Η μελλοντική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων παρουσιάζει έντονη γεωγραφική συγκέντρωση, καθώς πάνω από το 50% της αναμενόμενης αύξησης μεταξύ 2025 και 2050 θα προέλθει από μόλις επτά χώρες: την Ινδία, τη Νιγηρία, το Πακιστάν, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, την Αίγυπτο, το Μπαγκλαντές και την Αιθιοπία. Οι χώρες αυτές αναμένεται να προσθέσουν αθροιστικά περισσότερους από 500 εκατομμύρια νέους κατοίκους στις πόλεις τους. Η ικανότητα αυτών των κρατών να διαχειριστούν τη ραγδαία αστικοποίηση με βιώσιμο τρόπο θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια πρόοδο προς την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης, καθώς και την επιτυχία των παγκόσμιων κλιματικών στόχων.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι κωμοπόλεις, οι οποίες φιλοξενούν σήμερα το 36% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Κίνα και την Ινδία να συγκεντρώνουν πάνω από 1,2 δισεκατομμύρια κατοίκους σε τέτοιους οικισμούς. Αντίθετα, οι αγροτικές περιοχές ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Ενώ το 1975 οι αγροτικές περιοχές ήταν ο κυρίαρχος τύπος οικισμού σε 116 χώρες, ο αριθμός αυτός μειώθηκε σε 62 το 2025 και αναμένεται να πέσει στις 44 έως το 2050. Ο παγκόσμιος αγροτικός πληθυσμός αναμένεται να κορυφωθεί τη δεκαετία του 2040 και εν συνεχεία να μειωθεί, με την Υποσαχάρια Αφρική να αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση που θα συνεχίσει να καταγράφει αύξηση. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, ο αγροτικός πληθυσμός μειώνεται ήδη από το 2015.
Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης την ανησυχητική τάση της αστικής διασποράς, καθώς η επέκταση των δομημένων περιοχών ξεπερνά την πληθυσμιακή αύξηση. Μεταξύ 1975 και 2025, η δομημένη επιφάνεια ανά άτομο αυξήθηκε από 43 σε 63 τετραγωνικά μέτρα παγκοσμίως. Παρατηρούνται ωστόσο έντονες περιφερειακές ανισότητες: οι πληθυσμοί στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία καταλαμβάνουν τη μεγαλύτερη έκταση γης ανά άτομο, ενώ οι χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ασίας έχουν τη χαμηλότερη κατά κεφαλήν δόμηση. Το στοιχείο αυτό εγείρει προβληματισμούς για την αποδοτικότητα της χρήσης γης και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της άναρχης δόμησης.
Για πρώτη φορά, η έκθεση εφαρμόζει τη μεθοδολογία του «Βαθμού Αστικοποίησης» (Degree of Urbanization), εισάγοντας αυστηρά πληθυσμιακά κριτήρια: Πόλεις (τουλάχιστον 50.000 κάτοικοι, πυκνότητα 1.500 άτομα/km²) και Κωμοπόλεις (τουλάχιστον 5.000 κάτοικοι, πυκνότητα 300 άτομα/km²). Με βάση αυτή τη μεθοδολογία, αποκαλύπτεται ότι το 81% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αστικά κέντρα και κωμοπόλεις, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 58% που προκύπτει από τους εθνικούς ορισμούς. Η απόκλιση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί οικισμοί που πληρούν τα κριτήρια της κωμόπολης καταγράφονται ως αγροτικοί από τις εθνικές αρχές, ιδιαίτερα στην Ασία και την Αφρική, υποκρύπτοντας το πραγματικό μέγεθος της παγκόσμιας αστικοποίησης.
Κλείνοντας, ο επικεφαλής του UNDESA, Li Junhua, τόνισε πως «η αστικοποίηση είναι μια καθοριστική δύναμη της εποχής μας» και σημείωσε ότι η συμπεριληπτική και στρατηγική διαχείρισή της μπορεί να ξεκλειδώσει οδούς για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ισότητα. Η έκθεση καλεί τις κυβερνήσεις να υιοθετήσουν ολοκληρωμένες εθνικές πολιτικές που θα εναρμονίζουν τη στέγαση, τη χρήση γης και τις δημόσιες υπηρεσίες, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών και διασφαλίζοντας ισόρροπη εδαφική ανάπτυξη σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο.



