Οι ελληνικές επιχειρήσεις επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και ισχυρή διάθεση για εξωστρέφεια, παρά τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, σύμφωνα με τα ευρήματα της Έρευνας Επενδύσεων 2025 της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Αν και το ποσοστό των επιχειρήσεων που επένδυσαν κατά το προηγούμενο έτος ανήλθε στο 76%, κινούμενο χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που φτάνει το 86%, οι προοπτικές διαγράφονται θετικές. Συγκεκριμένα, το 14% των ελληνικών εταιρειών αναμένει αύξηση των επενδυτικών του δραστηριοτήτων, ποσοστό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (4%), με το 73% των κεφαλαίων να κατευθύνεται σε υλικά πάγια και το 7% σε δράσεις Έρευνας και Ανάπτυξης, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα κατανομής πόρων.
Η εξωστρέφεια παγιώνεται ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό του εγχώριου επιχειρείν, καθώς το 81% των επιχειρήσεων δραστηριοποιείται πλέον στο διεθνές εμπόριο, επίδοση που υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο της ΕΕ. Την ηγετική θέση κατέχουν οι κλάδοι της μεταποίησης με 93% και οι μεγάλες επιχειρήσεις με 91%, οι οποίες προσαρμόζονται αποτελεσματικά στις αλλαγές τελωνειακών κανονισμών, δασμών και πιστοποιήσεων. Ο Αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ, Γιάννης Τσακίρης, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «οι ελληνικές επιχειρήσεις δείχνουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα σε ένα πολύπλοκο οικονομικό περιβάλλον», τονίζοντας ότι συνεχίζουν να καινοτομούν και να ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους, με την Τράπεζα να στηρίζει τον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό τους.
Στον τομέα της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας καταγράφεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, καθώς ενώ το 63% των επιχειρήσεων αντιμετωπίζει φυσικούς κινδύνους λόγω κλιματικής αλλαγής, το 51% δεν αναμένει θετικό αντίκτυπο από τα αυστηρότερα πρότυπα, ποσοστό σκεπτικισμού υψηλότερο από το ευρωπαϊκό 37%. Παρόλα αυτά, το 84% έχει λάβει μέτρα μείωσης εκπομπών άνθρακα, με έμφαση στην ανακύκλωση (63%), τις βιώσιμες μεταφορές (52%) και την ενεργειακή αποδοτικότητα (52%). Επιπλέον, το 58% διενήργησε ενεργειακό έλεγχο, το 38% επένδυσε σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης, το 33% έθεσε στόχους μείωσης εκπομπών και το 28% ανέπτυξε στρατηγικές προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Όσον αφορά την καινοτομία, το 30% των επιχειρήσεων επενδύει σε νέα προϊόντα, διαδικασίες ή υπηρεσίες, ποσοστό που προσεγγίζει τον μέσο όρο της ΕΕ (32%), ωστόσο η χρήση ψηφιακών τεχνολογιών περιορίζεται στο 56% έναντι 77% στην Ευρώπη. Η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης παραμένει στο 19% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο 27% για τις μεγάλες, με εφαρμογή κυρίως σε εσωτερικές λειτουργίες και στο μάρκετινγκ. Η Επικεφαλής Οικονομολόγος της ΕΤΕπ, Debora Revoltella, σχολίασε πως «η έρευνα δείχνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν, αλλά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις», θέτοντας ως στοίχημα τη μετατροπή του μετασχηματισμού σε ευκαιρία ανάπτυξης.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να υπερβούν σημαντικά εμπόδια, όπως το υψηλό κόστος ενέργειας (92%), την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού (90%), την αβεβαιότητα για το μέλλον (90%) και τα διοικητικά/κανονιστικά βάρη (89%). Οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση επηρεάζουν το 13,5% των επιχειρήσεων, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (6,1%), οδηγώντας το 73% να βασίζεται σε εσωτερικούς πόρους, ενώ το 27% επωφελείται από πολιτικές στήριξης, ξεπερνώντας το 16% της ΕΕ. Παράλληλα, σημειώνεται πρόοδος στην ισότητα των φύλων, με το 34% των επιχειρήσεων να έχει τουλάχιστον 40% γυναίκες σε ανώτερες θέσεις και το 22% πλειοψηφική γυναικεία ιδιοκτησία, ποσοστά άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Συνολικά, ο Όμιλος ΕΤΕπ υπέγραψε το 2024 νέες χρηματοδοτήσεις ύψους σχεδόν 89 δισ. ευρώ, με το 60% να αφορά έργα για το κλίμα και το περιβάλλον, πλήρως ευθυγραμμισμένα με τη Συμφωνία του Παρισιού. Ο Όμιλος στήριξε την ενεργειακή ασφάλεια με επενδύσεις άνω των 100 δισ. ευρώ και κινητοποίησε 110 δισ. ευρώ για νεοφυείς και ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως περίπου το ήμισυ της χρηματοδότησης της ΕΤΕπ εντός της ΕΕ κατευθύνεται στις περιφέρειες συνοχής, ενισχύοντας περιοχές με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και προωθώντας την ισόρροπη ανάπτυξη.



