Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα υποχώρησε το ποσοστό των επιχειρήσεων που χαρακτηρίζονται ως «ζόμπι» στην ελληνική οικονομία, κυμαινόμενο μεταξύ 2% και 4% το 2023, σύμφωνα με τα ευρήματα της νέας μελέτης της PwC Ελλάδας. Η έρευνα, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Essex και άντλησε δεδομένα από τη βάση Orbis για σχεδόν 14.000 ελληνικές επιχειρήσεις, χαρτογραφεί την πορεία του εγχώριου επιχειρείν κατά την περίοδο 2015-2023. Μέσα από την ανάλυση προκύπτει ότι οι ελληνικές εταιρείες επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα μετά από μια δεκαετία έντονων αναταράξεων, που περιελάμβανε τόσο τη δημοσιονομική κρίση όσο και την πανδημία.
Η σταδιακή βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος αποτυπώθηκε άμεσα στους ισολογισμούς των εταιρειών. Οι ελληνικές επιχειρήσεις κατέγραψαν σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών τους, επιστροφή σε βιώσιμα επίπεδα δανεισμού και ενισχυμένη κερδοφορία κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η θετική αυτή στροφή στα θεμελιώδη μεγέθη οδήγησε σε δραστική μείωση του συνολικού αριθμού των προβληματικών μονάδων κατά 68% το 2023 σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, σηματοδοτώντας ουσιαστικά την μετάβαση της αγοράς από τη φάση της επιβίωσης σε τροχιά ανάπτυξης και σταθερότητας.
Η δυναμική της ανάκαμψης αποτυπώνεται στη διαδρομή που ακολούθησαν οι περίπου 2.000 επιχειρήσεις που είχαν κατηγοριοποιηθεί ως «ζόμπι» κατά την περίοδο 2015-2021. Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν υψηλά ποσοστά εξυγίανσης, καθώς δύο στις τρεις από αυτές τις επιχειρήσεις, ήτοι ποσοστό 66%, κατάφεραν τελικά να ανακάμψουν και να επανέλθουν σε καθεστώς οικονομικής υγείας έως το 2021. Το γεγονός αυτό διαψεύδει τα σενάρια για μαζικές πτωχεύσεις και επιβεβαιώνει την προσαρμοστικότητα του ελληνικού επιχειρηματικού οικοσυστήματος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.
Παράλληλα, το 14% των εν λόγω προβληματικών εταιρειών δεν κατόρθωσε να επιβιώσει και οδηγήθηκε σε έξοδο από την αγορά. Ένα κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύει η μελέτη είναι η εξαιρετικά χαμηλή εμμονή στην κατάσταση οικονομικής αδυναμίας. Συγκεκριμένα, μόλις το 1% των επιχειρήσεων που είχαν εντοπιστεί ως «ζόμπι» κατά το έτος βάσης 2015 παρέμεναν στην ίδια κατάσταση έως το 2023. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η ελληνική αγορά λειτούργησε αποτελεσματικά, επιτρέποντας είτε την εξυγίανση είτε την εκκαθάριση των μη βιώσιμων σχημάτων.
Η πανδημική κρίση προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, μια προσωρινή αλλά αισθητή αύξηση του μεριδίου των προβληματικών επιχειρήσεων, με το φαινόμενο να κορυφώνεται το 2020. Τη χρονιά εκείνη, το ποσοστό των «ζόμπι» ειδικά στις πολύ μικρές επιχειρήσεις εκτοξεύθηκε στο 13,8%, αναδεικνύοντας την ευαλωτότητα των μικρότερων μεγεθών σε εξωγενείς πιέσεις. Τα εκτεταμένα μέτρα κρατικής στήριξης που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης συνέβαλαν καθοριστικά στη σταθεροποίηση της κατάστασης, αποτρέποντας ένα κύμα πτωχεύσεων που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει την οικονομία.
Ωστόσο, η μελέτη της PwC επισημαίνει μια σημαντική παράμετρο σχετικά με την κρατική αρωγή. Αν και η στήριξη αυτή κρίθηκε απαραίτητη για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, ενδέχεται να καθυστέρησε χρονικά την αναγκαία αναδιάρθρωση των οικονομικά πιο αδύναμων εταιρειών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των ποσοστών αποτυχίας σε τεχνητά χαμηλά επίπεδα για ένα διάστημα, πριν η αγορά εξορθολογιστεί εκ νέου και τα ποσοστά των προβληματικών επιχειρήσεων αρχίσουν να αποκλιμακώνονται σταθερά από το 2021 και μετά.
Η ανάλυση των δεδομένων ανά μέγεθος επιχείρησης καταδεικνύει σαφείς διαφοροποιήσεις, με τις μικρότερες εταιρείες να παραμένουν σταθερά πιο ευάλωτες σε σχέση με τις μεγαλύτερες οντότητες. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο 2015-2023, το μέσο μερίδιο των επιχειρήσεων «ζόμπι» ανήλθε στο 8,1% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, έναντι 2,3% για τις μικρομεσαίες και μόλις 1,3% για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η διαστρωμάτωση αυτή επιβεβαιώνει την ανάγκη για διαφορετική προσέγγιση και εργαλεία στήριξης ανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητες της εκάστοτε επιχείρησης.
Σε κλαδικό επίπεδο, παρατηρήθηκε καθολική βελτίωση, αν και η Βιομηχανία, το Εμπόριο και οι Υπηρεσίες διατήρησαν τους υψηλότερους απόλυτους αριθμούς προβληματικών εταιρειών λόγω της ευρείας βάσης τους. Ειδικότερα, οι κλάδοι του Εμπορίου και του Τουρισμού κατέγραψαν τις μεγαλύτερες μειώσεις στο πλήθος των επιχειρήσεων-ζόμπι, της τάξεως του 77% και 75% αντίστοιχα. Σημαντική υποχώρηση σημείωσαν επίσης η Βιομηχανία και οι Υπηρεσίες, αντανακλώντας τη γενικευμένη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και την ανάκαμψη της ζήτησης μετά την πανδημία.
Για τον ακριβή προσδιορισμό μιας επιχείρησης ως «ζόμπι», η μεθοδολογία της έρευνας δεν στηρίζεται σε μεμονωμένους δείκτες, αλλά εξετάζει συνδυαστικά τρία αυστηρά κριτήρια σε βάθος τριετίας. Αυτά περιλαμβάνουν τη συστηματική μείωση του κύκλου εργασιών άνω του 5%, την αρνητική απόδοση των απασχολούμενων κεφαλαίων και τον μη βιώσιμο δανεισμό. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων επιτρέπει τον ασφαλή εντοπισμό των εταιρειών που αντιμετωπίζουν δομικά προβλήματα βιωσιμότητας και όχι απλώς συγκυριακές δυσκολίες ρευστότητας.
Οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία παρουσιάζουν συνήθως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: τείνουν να είναι μικρότερες σε μέγεθος, έχουν χαμηλότερη ρευστότητα και είναι κατά κανόνα παλαιότερες ηλικιακά. Το χάσμα κερδοφορίας μεταξύ αυτών και των υγιών επιχειρήσεων υπολογίζεται κατά μέσο όρο στο 21,8%, υπογραμμίζοντας τις εντελώς διαφορετικές τροχιές απόδοσης που ακολουθούν. Επιπλέον, ο κίνδυνος αποτυχίας για τις συγκεκριμένες μονάδες είναι 2,7 φορές μεγαλύτερος σε σύγκριση με τις υγιείς εταιρείες του ίδιου κλάδου.
Προκειμένου να διατηρηθεί το θετικό κλίμα και να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα, η μελέτη προτείνει την εστίαση σε τρεις στρατηγικούς πυλώνες. Πρώτον, κρίνεται επιβεβλημένη η ενίσχυση της κουλτούρας των συνεργασιών (consolidation) ώστε οι μικρές επιχειρήσεις να αποκτήσουν πρόσβαση σε πόρους. Δεύτερον, απαιτείται επιτάχυνση του μετασχηματισμού με κίνητρα για ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη. Τρίτον, προτείνεται η υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με στοχευμένες λύσεις χρηματοδότησης που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο Κυριάκος Ανδρέου, Partner της PwC Ελλάδας, δήλωσε πως η βελτίωση της οικονομίας ενίσχυσε την κερδοφορία και μείωσε τον αριθμό των μη βιώσιμων επιχειρήσεων, γεγονός που λειτούργησε ενισχυτικά για το σύνολο της οικονομίας. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται σήμερα πιο ανθεκτικές και ελκυστικές για επενδύσεις, ενώ παράλληλα δημιουργούνται οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την προσφορά σταθερότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.



