Στην πλήρη χαρτογράφηση της ελληνικής αγοράς ηλεκτρονικού εμπορίου προχώρησε ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Λιανικής Πώλησης Ελλάδος, παρουσιάζοντας τα ευρήματα πανελλαδικής έρευνας που εκπόνησε η NielsenIQ σχετικά με τη χρήση διεθνών πλατφορμών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αποτελέσματα της μελέτης καταδεικνύουν μια πρωτοφανή διείσδυση των ασιατικών marketplaces, καθώς το 94% των συμμετεχόντων στην έρευνα δηλώνει ότι πραγματοποίησε ηλεκτρονικές αγορές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, με το 85% εξ αυτών να έχει στραφεί σε τουλάχιστον μία πλατφόρμα με έδρα σε χώρα εκτός της ΕΕ. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί συνολικά σε 8 στους 10 Έλληνες καταναλωτές, αναδεικνύοντας τη δομική αλλαγή που συντελείται στις αγοραστικές συνήθειες της χώρας.
Οι πλέον αναγνωρίσιμες πλατφόρμες στην ελληνική επικράτεια είναι το Temu και το Shein, οι οποίες καταγράφουν εξαιρετικά υψηλά επίπεδα αναγνωρισιμότητας εμπορικού σήματος. Η χρήση αυτών των ψηφιακών καναλιών χαρακτηρίζεται από ισχυρή επαναλαμβανόμενη δράση, δεδομένου ότι περίπου 3 στους 10 χρήστες ολοκληρώνουν συναλλαγές τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Οι Έλληνες καταναλωτές εστιάζουν κυρίως σε είδη μόδας και ένδυσης, είδη σπιτιού και χρηστικά μικροαντικείμενα, καθώς και σε ηλεκτρονικές συσκευές και gadgets. Η εδραίωση των συγκεκριμένων πλατφορμών στην καθημερινότητα των εγχώριων χρηστών επιβεβαιώνεται από τη σταθερή προτίμηση σε αυτές τις εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, οι οποίες έχουν καταφέρει να αποκτήσουν κυρίαρχη θέση στις προτιμήσεις του αγοραστικού κοινού μέσα από την έντονη παρουσία τους.
Η χαμηλή τιμή αναδεικνύεται ως ο απόλυτος και καθοριστικός παράγοντας που κατευθύνει την καταναλωτική συμπεριφορά, υπερτερώντας με σημαντική διαφορά από οποιοδήποτε άλλο κριτήριο επιλογής προϊόντων και υπηρεσιών στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία της έρευνας, η μέση ετήσια δαπάνη που κατευθύνεται προς τις διαδικτυακές αγορές χωρών εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται στα 244 ευρώ ανά χρήστη. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 45% της συνολικής ετήσιας online δαπάνης των συγκεκριμένων ατόμων, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημαντική απώλεια μεριδίου αγοράς για τις εγχώριες επιχειρήσεις. Είναι αξιοσημείωτο πως οι τακτικοί χρήστες των ασιατικών πλατφορμών τείνουν να ξοδεύουν συνολικά περισσότερα χρήματα στο διαδίκτυο σε σύγκριση με τους καταναλωτές που δεν χρησιμοποιούν αυτά τα κανάλια για τις αγορές τους.
Η στάση των Ελλήνων απέναντι στα ζητήματα ασφάλειας και ποιότητας εμφανίζεται ιδιαίτερα αντιφατική, καθώς η επιθυμία για οικονομικές αγορές φαίνεται να υπερκαλύπτει τους δυνητικούς κινδύνους. Επτά στους δέκα χρήστες των εν λόγω marketplaces δηλώνουν πως γνωρίζουν ότι τα προϊόντα που προμηθεύονται ενδέχεται να μην συμμορφώνονται με τα αυστηρά ευρωπαϊκά πρότυπα και τις προδιαγραφές ασφαλείας, ωστόσο προχωρούν κανονικά στην ολοκλήρωση των συναλλαγών τους. Παράλληλα, αν και το 60% του συνολικού δείγματος θεωρεί «πολύ σημαντική» την τήρηση των ευρωπαϊκών κανόνων ποιότητας, η καταναλωτική πράξη αποδεικνύεται ότι η χαμηλή τιμή παραμένει το ισχυρότερο κίνητρο. Η εμπιστοσύνη παραμένει σε μέτρια επίπεδα συνολικά, με μόλις 4 στους 10 χρήστες να δηλώνουν υψηλή ικανοποίηση από το αποτέλεσμα.
Οι καταναλωτές επιδεικνύουν αυξημένη δραστηριότητα στην αναζήτηση πληροφοριών πριν την αγορά, με έναν στους δύο χρήστες να ενημερώνεται ενδελεχώς για την αξιοπιστία της πλατφόρμας μέσω της Google, των κριτικών άλλων αγοραστών, των ιστοσελίδων των πωλητών και των online κοινοτήτων. Οι μη αγοραστές αναζητούν σημαντικά περισσότερες πληροφορίες, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης. Η γνώση της γεωγραφικής προέλευσης των πλατφορμών είναι επαρκής όσον αφορά το Temu και το Shein, ωστόσο η αναγνώριση είναι αισθητά χαμηλότερη για την Trendyol και την Aliexpress. Η χώρα προέλευσης επηρεάζει λίγο τους ενεργούς αγοραστές, αλλά αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για όσους επιλέγουν να μην χρησιμοποιούν αυτές τις πλατφόρμες για τις αγορές τους λόγω των ανησυχιών που διατηρούν.
Σημαντικό στοιχείο της έρευνας αποτελούν οι αντιδράσεις σε πιθανές ρυθμιστικές αλλαγές, καθώς το 40% των χρηστών δηλώνει ξεκάθαρα ότι θα σταματούσε τις αγορές του εάν οι τιμές αυξάνονταν λόγω επιβολής πρόσθετων δασμών. Επιπλέον, ένας στους τρεις καταναλωτές εμφανίζεται θετικός στην ιδέα της εφαρμογής ενός ειδικού τέλους ανά παραγγελία, μια άποψη που υποστηρίζεται κυρίως από το τμήμα του πληθυσμού που δεν χρησιμοποιεί αυτά τα κανάλια αγορών. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τη μεγάλη διείσδυση, οι σοβαρές ανησυχίες για την ποιότητα, την ασφάλεια των συναλλαγών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων παραμένουν ενεργές, καθιστώντας τη συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ένα κρίσιμο ζητούμενο για την αποδοχή του ηλεκτρονικού εμπορίου από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Το θεσμικό πλαίσιο και οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό αναδείχθηκαν μέσω της τοποθέτησης του Προέδρου του ΣΕΛΠΕ, Κώστα Γεράρδου, ο οποίος χαρακτήρισε τα ευρήματα ως ποσοτική επιβεβαίωση μιας δομικής στρέβλωσης στην αγορά. Ο κύριος Γεράρδος υπογράμμισε ότι διαμορφώνεται ένα «παράλληλο εμπόριο», όπου η ανταγωνιστική τιμή επιτυγχάνεται μέσω της συστηματικής απουσίας κανόνων και υποχρεώσεων που διέπουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ελληνικές εταιρείες λιανικής λειτουργούν σε ένα περιβάλλον αυστηρών ελέγχων, υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης και πλήρους συμμόρφωσης με το κανονιστικό πλαίσιο, ενώ τα marketplaces εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δρουν ουσιαστικά εκτός αυτού του πλαισίου χωρίς αντίστοιχη ευθύνη για τα προϊόντα που διαθέτουν στην ευρωπαϊκή αγορά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που πλήττει την υγιή επιχειρηματικότητα.
Ο Σύνδεσμος ζητά πλέον επιτακτικά τη διασφάλιση ίσων κανόνων για όλους, με την καθιέρωση ουσιαστικών ελέγχων, φορολογικής και τελωνειακής ισοτιμίας και την εγγύηση ότι κάθε προϊόν που εισέρχεται στην ευρωπαϊκή αγορά θα πληροί τις ίδιες προδιαγραφές ποιότητας και ασφάλειας. Η ανάγκη για ένα ενιαίο και αποτελεσματικό ευρωπαϊκό πλαίσιο κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου να διαφυλαχθεί η προστασία του καταναλωτή και η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εγχώριου λιανεμπορίου απέναντι σε αυτές τις παγκόσμιας κλίμακας προκλήσεις. Η έρευνα αυτή αποτελεί το πρώτο βήμα για την αποτύπωση της πραγματικότητας, υποδεικνύοντας ότι υπάρχει περιθώριο πολιτικής δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αποκατάσταση της ισορροπίας στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου και την προστασία του υγιούς ανταγωνισμού που αποτελεί τη βάση της ευρωπαϊκής οικονομικής σταθερότητας.



