Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά εργαστήρια αποτελούσαν ανέκαθεν το «θησαυροφυλάκιο» της Ευρώπης στον τομέα της βαθιάς τεχνολογίας, ωστόσο πλέον οι ακαδημαϊκοί τεχνοβλαστοί (spinouts) έχουν μετεξελιχθεί σε έναν αγωγό νεοφυών επιχειρήσεων, η συνολική αξία του οποίου αγγίζει τα 398 δισεκατομμύρια δολάρια. Το γεγονός αυτό προσελκύει πλέον έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, μετασχηματίζοντας τον χάρτη της καινοτομίας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της έκθεσης European Spinout Report 2025 της Dealroom, 76 από αυτές τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους τομείς της βαθιάς τεχνολογίας (deep tech) και των βιοεπιστημών έχουν επιτύχει είτε αποτιμήσεις της τάξης του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων, είτε έσοδα που ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια δολάρια, ή και τα δύο ταυτόχρονα.
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται πλέον αναγνωρισμένοι «μονόκεροι» όπως οι Iceye, IQM, Isar Aerospace, Synthesia και Tekever. Η επιτυχία αυτών των εταιρειών λειτουργεί ως καταλύτης, οδηγώντας περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια να στηρίξουν ενεργά τους πανεπιστημιακούς τεχνοβλαστούς. Η κινητικότητα αυτή επιβεβαιώθηκε τον τρέχοντα μήνα, καθώς εμφανίστηκαν δύο νέα επενδυτικά σχήματα που στοχεύουν να διοχετεύσουν περισσότερη χρηματοδότηση σε ταλέντα που αναδύονται από τα ευρωπαϊκά τεχνολογικά πανεπιστήμια. Η κίνηση αυτή προσθέτει το απαραίτητο εύρος σε έναν αγωγό ταλέντων που, μέχρι σήμερα, κυριαρχείται παραδοσιακά από τα μεγάλα ιδρύματα του Cambridge, της Οξφόρδης και το ETH της Ζυρίχης.
Συγκεκριμένα, η PSV Hafnium από τη Δανία ανακοίνωσε πρόσφατα το κλείσιμο του εναρκτήριου κεφαλαίου της, το οποίο υπερκαλύφθηκε φτάνοντας τα 60 εκατομμύρια ευρώ, με σαφή εστίαση στο deep tech των σκανδιναβικών χωρών. Παράλληλα, η U2V (University2Ventures), διατηρώντας γραφεία στο Βερολίνο και το Λονδίνο, αλλά και στο Άαχεν, στοχεύει στο ίδιο ακριβώς ποσό για το πρώτο της fund, του οποίου ολοκλήρωσε πρόσφατα το πρώτο κλείσιμο. Αυτοί οι νεοεισερχόμενοι επενδυτές εντάσσονται στις αυξανόμενες τάξεις των ευρωπαϊκών εταιρειών επιχειρηματικών συμμετοχών που έχουν θέσει τα πανεπιστημιακά spinouts ως βασικό πυλώνα της επενδυτικής τους στρατηγικής.
Η αγορά ακολουθεί πλέον το παράδειγμα πρωτοπόρων όπως η Cambridge Innovation Capital και η Oxford Science Enterprises που έχουν ωριμάσει πλήρως, ενώ η κατηγορία έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά. Αν και εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από funds που υποστηρίζονται θεσμικά από πανεπιστήμια, πλέον περιλαμβάνει και ανεξάρτητες εταιρείες που αντιμετωπίζουν τα spinouts ως πιθανούς μοχλούς υψηλής απόδοσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Oxford Ionics, η οποία εξαγοράστηκε από την αμερικανική IonQ και ήταν ένα από τα έξι spinouts από την Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία που απέδωσαν exits αξίας άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων στους επενδυτές τους εντός του 2025.
Οι επιτυχημένες αυτές αποεπενδύσεις συνοδεύονται από αυξημένα ποσά χρηματοδότησης. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Dealroom, τα ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά spinouts στους κλάδους του deep tech και των βιοεπιστημών οδεύουν προς συγκέντρωση 9,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το 2025, πλησιάζοντας το ιστορικό υψηλό όλων των εποχών. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη συνολική χρηματοδότηση επιχειρηματικών συμμετοχών στην Ευρώπη, η οποία παρουσιάζεται μειωμένη σχεδόν κατά 50% σε σύγκριση με την κορύφωσή της το 2021. Οι μεγάλοι γύροι χρηματοδότησης που έκλεισαν το 2025 αντικατοπτρίζουν τη διάθεση για spinouts σε ποικίλους τομείς, όπως η πυρηνική ενέργεια (Proxima Fusion) και τα drones διπλής χρήσης (Quantum Systems).
Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι νεοφυείς επιχειρήσεις αξιοποιούν έρευνα από εξειδικευμένα εργαστήρια, γεγονός που εξηγεί γιατί υπάρχει μια μακρά λίστα ευρωπαϊκών τοποθεσιών ικανών να παράγουν spinouts, πέρα από τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα. Η στρατηγική οικοδόμησης σχέσεων με κόμβους καινοτομίας εκτός του Oxbridge αποτελεί τρόπο για τους νεοεισερχόμενους να διαφοροποιηθούν. Οι εταίροι της PSV Hafnium δήλωσαν χαρακτηριστικά ότι «τα ερευνητικά ιδρύματα των σκανδιναβικών χωρών κατέχουν εξαιρετικό, ανεκμετάλλευτο δυναμικό». Η ίδια η PSV Hafnium αποτελεί spinout από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δανίας (DTU), αλλά πραγματοποιεί επενδύσεις και σε άλλες σκανδιναβικές χώρες, όπως στη φινλανδική SisuSemi που φέρνει νέα τεχνολογία καθαρισμού στη βιομηχανία ημιαγωγών.
Η ύπαρξη περισσότερης διαθέσιμης χρηματοδότησης είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη, καθώς έρχεται να προστεθεί στις επιχορηγήσεις, την υποστήριξη εμπορευματοποίησης και τους βελτιωμένους όρους συμφωνιών που διαμορφώνουν ένα ενθαρρυντικό περιβάλλον. Ωστόσο, παραμένει ένα σημαντικό σημείο προβληματισμού που αφορά το λεγόμενο «κεφάλαιο ανάπτυξης» (growth capital). Όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, αυτό το κενό «δεν είναι μια τάση μοναδική για τα spinouts, αλλά κάτι που επηρεάζει ολόκληρο το οικοσύστημα των startups στην Ευρώπη», γεγονός που οδηγεί στο εντυπωσιακό στοιχείο ότι σχεδόν το 50% της χρηματοδότησης τελικού σταδίου για τα ευρωπαϊκά spinouts deep tech και βιοεπιστημών προέρχεται από πηγές εκτός Ευρώπης, κυρίως από τις ΗΠΑ.
Παρόλο που το μερίδιο της εξωτερικής χρηματοδότησης έχει παρουσιάσει μείωση με την πάροδο των ετών, η Ευρώπη κινδυνεύει να μην καρπωθεί πλήρως τα μακροπρόθεσμα οφέλη των σημαντικών επενδύσεών της σε ανθρώπινο ταλέντο και ακαδημαϊκή έρευνα, εκτός εάν η κατάσταση αυτή αλλάξει πιο ουσιαστικά. Η εξάρτηση από ξένα κεφάλαια για την κλιμάκωση των επιχειρήσεων υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων ανάπτυξης, ώστε οι καινοτομίες που γεννιούνται στα ευρωπαϊκά εργαστήρια να παραμένουν και να αναπτύσσονται εντός της ηπείρου. Αυτό αποτελεί ένα ευρύτερο ζήτημα προς επίλυση για την ολοκλήρωση του κύκλου αξίας που ξεκινά από την επιστημονική ανακάλυψη.



