Μια ελαφρά επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας προβλέπει για το τρέχον έτος η νέα έκθεση «2026 Global Economic Outlook» της EY-Parthenon, με το παγκόσμιο ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί με ρυθμό 3,1%. Το ποσοστό αυτό παρουσιάζει κάμψη σε σύγκριση με το 3,3% που καταγράφηκε κατά τα δύο προηγούμενα έτη, ωστόσο η συνολική εικόνα υποδεικνύει μια αξιοσημείωτη οικονομική ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με την ανάλυση του βραχίονα χρηματοοικονομικών συμβούλων, εταιρικής στρατηγικής και υποστήριξης συναλλαγών της EY, παρά τις ισχυρές πιέσεις, η παγκόσμια οικονομία διατηρεί τη δυναμική της, αν και το περιβάλλον παραμένει απαιτητικό τόσο για τις κυβερνήσεις όσο και για τις επιχειρήσεις διεθνώς.
Στο επίπεδο των ανεπτυγμένων οικονομιών, η έκθεση προβλέπει περαιτέρω επιβράδυνση της ανάπτυξης εντός του 2026, ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δομικών προκλήσεων και κυκλικών πιέσεων. Παράγοντες όπως η γήρανση του πληθυσμού και η υιοθέτηση προστατευτικών πολιτικών επιβαρύνουν τις προοπτικές, ενώ στις αναδυόμενες αγορές η ανάπτυξη αναμένεται να μειωθεί ελαφρά. Παρατηρούνται, ωστόσο, σημαντικές εθνικές ανομοιογένειες, ιδιαίτερα ανάμεσα σε μεγάλες οικονομίες όπως η Ινδία και η Κίνα, καθώς και σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες ακολουθούν διαφορετικές τροχιές ανάκαμψης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα.
Δυνάμεις που διαμορφώνουν το επιχειρηματικό τοπίο
Η ανάλυση της EY-Parthenon εντοπίζει πέντε δυνάμεις που βρίσκονται εκτός του άμεσου ελέγχου των εταιρειών, ξεκινώντας από τις γεωοικονομικές αναδιατάξεις. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να αντιμετωπίζουν τους δασμούς ως διαρθρωτικό κόστος και όχι ως ένα παροδικό φαινόμενο. Για τα στελέχη των επιχειρήσεων, τίθεται ως απόλυτη προτεραιότητα η διαφοροποίηση των προμηθευτών και η ανάπτυξη στρατηγικών για την αντιμετώπιση πιθανών νέων δασμών. Παράλληλα, η προετοιμασία για διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα θα παραμείνουν και δεν πρόκειται να υποχωρήσουν σύντομα.
Σε αντίβαρο της οικονομικής επιβράδυνσης λειτουργεί η τεχνητή νοημοσύνη (AI), η οποία χαρακτηρίζεται ως ο ισχυρότερος παράγοντας στήριξης της ανάπτυξης. Οι επενδύσεις στο AI ενισχύουν την εταιρική παραγωγικότητα και μετασχηματίζουν ριζικά την αγορά εργασίας, επιταχύνοντας την καινοτομία και στηρίζοντας την οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την έκθεση, οι επιχειρήσεις οφείλουν να επιταχύνουν την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης με τρόπους που αυξάνουν την παραγωγικότητα. Ταυτόχρονα, απαιτείται η διαχείριση του επαναπροσανατολισμού των δεξιοτήτων και η επέκταση των λειτουργικών υποδομών που είναι απαραίτητες για την υποστήριξη της τεχνολογίας σε κλίμακα.
Αβεβαιότητα στις αγορές και δημοσιονομικές πιέσεις
Το χρηματοπιστωτικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, με τις μεταβολές στα επιτόκια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις τιμές εμπορευμάτων να κυριαρχούν. Η απόκλιση μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιτοκίων αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και περιορίζει τις επενδυτικές αποφάσεις, καθιστώντας τη μεταβλητότητα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της περιόδου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιχειρήσεις καλούνται να διασφαλίζουν ισχυρούς ισολογισμούς και να υιοθετούν πιο ευέλικτες στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου. Απαιτείται μια πιο πειθαρχημένη προσέγγιση στις επενδύσεις και τη διαχείριση ρευστότητας, προκειμένου οι οργανισμοί να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Παράλληλα, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησής του περιορίζουν δραστικά τη δημοσιονομική ευελιξία πολλών οικονομιών. Οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη της ανάπτυξης, τις στρατηγικές επενδύσεις σε άμυνα και τεχνολογία και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημοσιονομικών. Για τον ιδιωτικό τομέα, αυτό συνεπάγεται ότι η δημοσιονομική πολιτική θα έχει περιορισμένη ικανότητα να απορροφά τα σοκ. Η επόμενη δεκαετία αναμένεται να διαμορφωθεί από αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις, πιο στοχευμένα κίνητρα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα.
Δημογραφικές αλλαγές και εταιρικές προτεραιότητες
Η γήρανση των πληθυσμών και η μείωση του εργατικού δυναμικού αναδεικνύονται σε κρίσιμες προκλήσεις, καθώς η συμμετοχή στην αγορά εργασίας μειώνεται στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες. Οι περιορισμοί στη μετανάστευση, που ιστορικά αντιστάθμιζε αυτές τις τάσεις, επιτείνουν το πρόβλημα, περιορίζοντας την ανάπτυξη του ΑΕΠ. Η ανάγκη για βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω της αυτοματοποίησης και της υιοθέτησης του AI γίνεται επιτακτική. Για τις επιχειρήσεις, οι δημογραφικές αυτές τάσεις οδηγούν στην αναγκαιότητα αυτοματοποίησης και στον ανασχεδιασμό της αξιοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Το 2026 σηματοδοτεί την είσοδο σε μια περίοδο διαρκούς προσαρμογής, με την EY-Parthenon να θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες για τις επιχειρήσεις. Αυτές περιλαμβάνουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων μέσω διαφοροποίησης προμηθευτών, περιφερειακής κατανομής και σχεδιασμού κινδύνου βάσει σεναρίων. Επίσης, προκρίνεται η επιτάχυνση της υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης για την αντιμετώπιση ελλείψεων εργατικού δυναμικού, τη μείωση του κόστους και τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων. Κρίσιμη θεωρείται η αναθεώρηση της στρατηγικής κεφαλαίου σε έναν κόσμο με σταθερά υψηλότερα επιτόκια και μεταβλητότητα των ισοτιμιών, η ενσωμάτωση της δημοσιονομικής και κανονιστικής αβεβαιότητας στις αποφάσεις, καθώς και η ανάπτυξη μακροπρόθεσμων στρατηγικών ανθρώπινου δυναμικού.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έκθεσης, ο κ. Τάσος Ιωσηφίδης, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής της EY-Parthenon στην Ελλάδα, επεσήμανε πως το 2026 δεν αναμένεται να οδηγήσει σε μια επιστροφή στη σταθερότητα. Αντίθετα, σηματοδοτεί την ανάγκη διαρκούς προσαρμογής. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, σε ένα παγκόσμιο οικονομικό τοπίο που καθοδηγείται ολοένα και περισσότερο από παράγοντες προσφοράς, οι οργανισμοί που θα κινηθούν έγκαιρα, με στρατηγική ευελιξία και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, θα είναι εκείνοι που θα αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη νέα φάση παγκόσμιας αναδιάρθρωσης. Ο κ. Ιωσηφίδης υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού, η επένδυση στο AI και τις ανθρώπινες δεξιότητες, και η προσαρμογή της στρατηγικής κεφαλαίων σε ένα περιβάλλον μεταβλητότητας των αγορών και δημοσιονομικών πιέσεων, αποτελούν κορυφαίες προτεραιότητες για τις επιχειρήσεις.



