Η Ελλάδα διατηρεί τη θέση της στις κορυφαίες πέντε επιλογές των Δυτικοευρωπαίων ταξιδιωτών για το επόμενο δωδεκάμηνο, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων. Τα στοιχεία της έρευνας, η οποία βασίζεται σε δεδομένα της GWI, επιβεβαιώνουν την ισχύ του ελληνικού τουριστικού brand στις βασικές αγορές της Δυτικής Ευρώπης. Οι συγκεκριμένες χώρες, δηλαδή η Γερμανία, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία και η Ιταλία, είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία, καθώς εισφέρουν περίπου το 48% των συνολικών εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού, βάσει των στοιχείων της διετίας 2023-2024.
Η χώρα κατατάσσεται στην τρίτη θέση προτίμησης για ταξίδια στο εξωτερικό στις αγορές της Γερμανίας και της Ιταλίας, ενώ καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην αγορά της Ισπανίας, η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση, έχοντας ωστόσο σημειώσει άνοδο μιας θέσης σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εξίσου θετικό είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της και στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου συγκριτικά με το 2024. Στις υπόλοιπες αγορές η κατάταξη παρέμεινε αμετάβλητη, στοιχείο που υποδηλώνει τη σταθερότητα της ζήτησης.
Ανάλυση προτιμήσεων ανά χώρα και ανταγωνισμός
Στην αγορά της Γερμανίας, η Ελλάδα συγκεντρώνει ποσοστό προτίμησης 19,7%, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση πίσω από την Ιταλία (26,8%) και την Ισπανία (24,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι ανταγωνιστικοί προορισμοί όπως η Αυστρία και η Γαλλία ακολουθούν με ποσοστά 19% και 17,9% αντίστοιχα. Για τους Γάλλους ταξιδιώτες, η Ελλάδα αποτελεί την τέταρτη επιλογή με ποσοστό 12,6%, ενώ την πρωτιά κατέχει η Ισπανία με 26,9%, ακολουθούμενη από την Ιταλία με 24,8% και την Πορτογαλία με 15,1%. Η γεωγραφική εγγύτητα φαίνεται να παίζει ρόλο στις επιλογές των Κεντροευρωπαίων.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση με ποσοστό 19,9%, πίσω από την Ισπανία (31%), την Ιταλία (24,2%) και τη Γαλλία (21,7%). Η διαφορά με την τρίτη Γαλλία είναι μικρή, ενώ η χώρα μας προηγείται των ΗΠΑ και της Πορτογαλίας. Στην αγορά της Ιταλίας, η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη με 16,8%, πίσω από την Ισπανία (30,5%) και τη Γαλλία (22,4%). Τέλος, για τους Ισπανούς ταξιδιώτες, η Ελλάδα συγκεντρώνει το 9,5% των προτιμήσεων, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση, πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.
Διασταυρούμενες επιλογές και μεθοδολογία της έρευνας
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ βασίζεται σε πρωτογενή έρευνα που διενεργήθηκε από την εταιρεία GWI σε δύο κύματα κατά τη διάρκεια του 2025, με συνολικό δείγμα 7.402 ερωτηθέντων. Το πρώτο κύμα πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο, ενώ το δεύτερο τον Ιούλιο και Αύγουστο, καλύπτοντας διαφορετικές φάσεις του προγραμματισμού διακοπών. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με αντίστοιχα δεδομένα δύο κυμάτων του 2024. Το δείγμα έχει σταθμιστεί με βάση τη διείσδυση του διαδικτύου και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας, εξασφαλίζοντας την αντιπροσωπευτικότητα των αποτελεσμάτων.
Ένα κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύει η μελέτη είναι η επικάλυψη των προτιμήσεων μεταξύ των ανταγωνιστικών προορισμών. Για παράδειγμα, από τους Γερμανούς που δηλώνουν πρόθεση να επισκεφθούν την Ελλάδα, το 49% εξετάζει παράλληλα την Ιταλία και το 43% την Ισπανία. Αντίστοιχα, από τους Γάλλους που ενδιαφέρονται για την Ελλάδα, το 49% σκέφτεται επίσης την Ιταλία και το 42% την Ισπανία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 42,4% των ενδιαφερόμενων για Ελλάδα εξετάζει την Ισπανία και το 37,8% την Ιταλία. Αυτά τα ποσοστά υπογραμμίζουν ότι η Ελλάδα λειτουργεί σε περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού.
Οδική πρόσβαση και δηλώσεις της διοίκησης
Σημαντικό εύρημα αποτελεί η ανθεκτικότητα της Ελλάδας παρά το μειονέκτημα της οδικής πρόσβασης σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Οι Γερμανοί ταξιδιώτες έχουν εύκολη οδική πρόσβαση προς την Ιταλία μέσω Αυστρίας, γεγονός που καθιστά το ταξίδι ευκολότερο και ενδεχομένως πιο οικονομικό. Παρομοίως, η Γαλλία συνορεύει με την Ιταλία και την Ισπανία, ευνοώντας τις οδικές μετακινήσεις. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα διατηρεί υψηλά ποσοστά προτίμησης, στοιχείο που αποδεικνύει ότι η ελκυστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος υπερβαίνει τα εμπόδια προσβασιμότητας και βασίζεται σε ισχυρά ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, κ. Ηλίας Κικίλιας, σχολίασε τα ευρήματα τονίζοντας ότι το ελληνικό brand έχει εδραιωθεί στο ανώτερο επίπεδο του ανταγωνισμού. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η χώρα έχει εισέλθει σε φάση ωρίμανσης σε ένα περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός είναι δομικός και όχι συγκυριακός, με την Ισπανία και την Ιταλία να λειτουργούν ως ηγετικοί προορισμοί. Ο ίδιος υπογράμμισε την ανάγκη για ενίσχυση της βιωσιμότητας, διατήρηση της ταυτότητας των προορισμών και διαφοροποίηση του προϊόντος μέσω μιας συνεκτικής στρατηγικής που θα συντονίζει δημόσιες και ιδιωτικές προσπάθειες.



