Τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέγραψε η Ελλάδα για το έτος 2023, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το νέο Policy Brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ). Η μελέτη, η οποία φέρει τον τίτλο «Η πραγματική φορολόγηση στην κατανάλωση και την εργασία», βασίζεται στα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα της Eurostat και αναλύει τη διαχρονική εξέλιξη των φορολογικών βαρών στη χώρα. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, Νίκο Ρώμπαπα και Κωνσταντίνο Σαραβάκο, η Ελλάδα έχει μετακινηθεί δομικά από μια θέση χαμηλής φορολόγησης προ της κρίσης, σε ένα καθεστώς όπου η εργασία και η κατανάλωση επιβαρύνονται σταθερά περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ειδικότερα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία (implicit tax rate on labour) διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 40,5% για το 2023. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στη δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από την Ιταλία, η οποία κατέχει την αρνητική πρωτιά με συντελεστή 44%. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ελληνικός δείκτης υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ (37,0%) κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες. Σε σύγκριση με το έτος 2009, όταν ο συντελεστής βρισκόταν στο 35%, η επιβάρυνση έχει αυξηθεί κατά 5,5 μονάδες, αποδεικνύοντας τη σημαντική και διαρκή φορολογική πίεση που ασκείται στους εργαζόμενους και τους εργοδότες κατά την τελευταία δεκαπενταετία.
Διαρθρωτική μεταβολή στην κατανάλωση
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στον τομέα της κατανάλωσης, όπου ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής (implicit tax rate on consumption) ανήλθε το 2023 στο 17,8%. Το ποσοστό αυτό διατηρείται στα ίδια επίπεδα με το 2019, ωστόσο είναι κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 16,4%. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς τη φορολόγηση της κατανάλωσης. Η σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο είναι αποκαλυπτική: το 2009, η Ελλάδα είχε συντελεστή 13,3%, ο οποίος ήταν κατά 2,7 μονάδες χαμηλότερος από τον τότε ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που καταδεικνύει την πλήρη αντιστροφή της τάσης.
Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δίνει έμφαση στη μεθοδολογική διάκριση μεταξύ ονομαστικών και πραγματικών φορολογικών συντελεστών. Οι πραγματικοί συντελεστές, όπως υπολογίζονται από τη Eurostat, θεωρούνται πιο αξιόπιστο εργαλείο ανάλυσης καθώς μετρούν το ποσοστό των εσόδων που καταλήγει στα κρατικά ταμεία σε σχέση με τη συνολική φορολογική βάση. Σε αντίθεση με τους ονομαστικούς συντελεστές που περιγράφουν τους τυπικούς κανόνες, οι πραγματικοί δείκτες ενσωματώνουν την επίδραση των απαλλαγών, των μειωμένων συντελεστών, της φοροδιαφυγής και της αποτελεσματικότητας του εισπρακτικού μηχανισμού, προσφέροντας έτσι μια πληρέστερη εικόνα της πραγματικής οικονομικής επιβάρυνσης που υφίστανται οι πολίτες.
Η επίδραση του πληθωρισμού
Ένα από τα κεντρικά ευρήματα της ανάλυσης αφορά το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης (fiscal drag) και τον ρόλο του πληθωρισμού. Παρά το γεγονός ότι από τον Ιούλιο του 2019 έως τις αρχές του 2026 έχουν εφαρμοστεί 83 μειώσεις φόρων (70% σε άμεσους και 30% σε έμμεσους φόρους), η πραγματική επιβάρυνση παραμένει υψηλή. Αυτό αποδίδεται κυρίως στη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού. Ο σωρευτικός πληθωρισμός την περίοδο 2020-2024 ανήλθε στο 16,5%, ωθώντας τους φορολογούμενους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια λόγω ονομαστικής αύξησης των εισοδημάτων τους, χωρίς όμως να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση στην πραγματική αγοραστική τους δύναμη.
Στο πλαίσιο αυτό, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο μέσος πλήρως προσαρμοσμένος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε ονομαστικά από το 2019 έως το 2024 κατά περίπου 12,4%, φτάνοντας τα 18.000 ευρώ (18.000€). Ωστόσο, η αύξηση αυτή υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης ευρωπαϊκής, όπου ο μισθός αυξήθηκε κατά 21,4%. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλο μέρος της ονομαστικής αύξησης των μισθών απορροφήθηκε από τον πληθωρισμό και την αυξημένη φορολογία, με τους πολίτες να καλούνται να πληρώσουν υψηλότερους φόρους για εισοδήματα που ουσιαστικά δεν έχουν αυξηθεί σε όρους πραγματικής αξίας. Η φορολογική κλίμακα, παραμένοντας σταθερή σε ονομαστικούς όρους, λειτούργησε ως μηχανισμός αύξησης των εσόδων.
Σχετικά με τα δημοσιονομικά δεδομένα, η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των κρατικών εσόδων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, το 2025 καταγράφηκε αύξηση εσόδων από φόρους κατά 2,8% σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις. Συγκεκριμένα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 952 εκατομμύρια ευρώ (952.000.000€) και από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 645 εκατομμύρια ευρώ (645.000.000€). Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η φορολογική βάση διευρύνθηκε, ενισχύοντας τα ταμεία του κράτους, αλλά διατηρώντας παράλληλα υψηλά τα επίπεδα της πραγματικής επιβάρυνσης για τους πολίτες.
Οι επισημάνσεις της Μιράντας Ξαφά
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, η Μιράντα Ξαφά, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΚΕΦΙΜ και Διδάκτωρ Οικονομικών, τόνισε ότι η μελέτη αποδεικνύει την αύξηση του φορολογικού βάρους κατά την περίοδο της κρίσης (2010-2018), μια κατάσταση που δεν αντιστράφηκε στη συνέχεια. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η φορολόγηση της εργασίας –ιδιαίτερα στα μεσαία και υψηλά κλιμάκια– παραμένει υπέρμετρη ακόμη και μετά τη μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος που ισχύει από φέτος». Υποστήριξε δε, ότι οι μειώσεις απλώς αντισταθμίζουν την επίπτωση του πληθωρισμού της προηγούμενης τετραετίας.
Η ίδια επισήμανε πως το ΚΕΦΙΜ έχει προτείνει τη θεσμοθέτηση αναλογικής φορολογίας (flat tax) ή τουλάχιστον τη σημαντική μείωση της προοδευτικότητας της κλίμακας. Σύμφωνα με την κα Ξαφά, το ισχύον σύστημα δυσκολεύει την προσέλκυση εξειδικευμένου προσωπικού και επιτείνει το πρόβλημα της φυγής ανθρώπινου δυναμικού (brain drain). Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι από το 2026 ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής 44% μετατοπίζεται και θα εφαρμόζεται για εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ (60.000€) –αντί των 40.000 ευρώ που ίσχυε–, η Ελλάδα εξακολουθεί να εφαρμόζει τον ανώτατο συντελεστή σε χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Συμπερασματικά, το Policy Brief καταλήγει στο ότι η Ελλάδα χρησιμοποίησε την υπερφορολόγηση ως το βασικό εργαλείο για την εξισορρόπηση των ελλειμματικών προϋπολογισμών. Η χώρα μετακινήθηκε από ένα μοντέλο χαμηλής φορολόγησης πριν το 2009, σε ένα μοντέλο όπου η εργασία και η κατανάλωση φορολογούνται βαρύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ενώ το 2009 η Ελλάδα υπολειπόταν του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά 1,9 μονάδες στην εργασία και 2,7 μονάδες στην κατανάλωση, το 2023 τον υπερβαίνει κατά 3,5 και 1,4 μονάδες αντίστοιχα. Η δημοσιονομική σταθερότητα φαίνεται πως επιτεύχθηκε μέσω της παγίωσης αυτών των υψηλών πραγματικών συντελεστών.



