Το ρεκόρ των 129 δημοσιογράφων και εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης που σκοτώθηκαν το 2025 ανακοίνωσε η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων (CPJ) στην ετήσια έκθεσή της. Η οργάνωση επισημαίνει ότι το Ισραήλ φέρει την ευθύνη για τα δύο τρίτα των συνολικών θανάτων, γεγονός που καθιστά το περασμένο έτος το πλέον θανατηφόρο από τότε που ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των δεδομένων πριν από τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για τη δεύτερη συνεχή χρονιά που καταγράφεται αύξηση των θυμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, με τις ένοπλες συγκρούσεις να αποτελούν το κύριο αίτιο για 104 από τους 129 θανάτους.
Συνολικά 86 μέλη του τύπου έχασαν τη ζωή τους από ισραηλινά πυρά το 2025, με την πλειονότητα αυτών να είναι Παλαιστίνιοι που κάλυπταν τα γεγονότα στη Λωρίδα της Γάζας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, μία από τις πλέον πολύνεκρες επιθέσεις σημειώθηκε στην Υεμένη, όπου 31 δημοσιογράφοι στην Υεμένη σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια πολλαπλών αεροπορικών επιδρομών σε γραφεία εφημερίδων και σε ένα κέντρο ενημέρωσης των Χούθι. Το Ισραήλ ισχυρίστηκε ότι έπληξε στρατιωτικούς στόχους που λειτουργούσαν υπό το πρόσχημα πολιτικής δραστηριότητας, ωστόσο η CPJ κατέταξε το συμβάν ως τη δεύτερη πιο θανατηφόρα επίθεση στην ιστορία της. Οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν επίσης επιθέσεις στον Λίβανο, την Υεμένη και το Ιράν.
Αύξηση χρήσης drones και στοχευμένες δολοφονίες τύπου
Η αύξηση της χρήσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών αποτελεί μια νέα τάση, με την CPJ να τεκμηριώνει 39 θανάτους από drones το 2025, έναντι μόλις δύο περιπτώσεων το 2023. Ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, σύμφωνα πάντα με τη συγκεκριμένη αναφορά, ευθύνεται για 28 από αυτούς, ενώ ανάλογες τακτικές καταγράφηκαν στο Σουδάν και την Ουκρανία. Παράλληλα, η έκθεση αναφέρει 47 περιπτώσεις σκόπιμης στοχοποίησης δημοσιογράφων, οι οποίες ταξινομούνται ως δολοφονίες σύμφωνα με τη μεθοδολογία της οργάνωσης. Το Ισραήλ ευθύνεται για το 81% αυτών των στοχευμένων ενεργειών, ενώ η CPJ εκτιμά ότι ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερος, λόγω των περιορισμών στην πρόσβαση και της καταστροφής των υποδομών στη Γάζα.
Η CPJ καταγγέλλει τη χρήση ανυπόστατων κατηγοριών για εγκληματική δραστηριότητα ως μέσο δικαιολόγησης των επιθέσεων, κάνοντας λόγο για συκοφαντικές εκστρατείες περί τρομοκρατίας από την πλευρά των ισραηλινών αρχών. Χαρακτηριστική αναφέρεται πως είναι η περίπτωση του Hossam Shabat, ανταποκριτή του Al Jazeera Mubasher, ο οποίος σκοτώθηκε από drone ενώ κατευθυνόταν σε νοσοκομείο στη βόρεια Γάζα, με το Ισραήλ να τον κατηγορεί χωρίς στοιχεία. Ομοίως, η δολοφονία του Anas al-Sharif τον Αύγουστο του 2025, παρά τις προειδοποιήσεις του ίδιου ότι η ζωή του κινδυνεύει, αναδεικνύει το μοτίβο στοχοποίησης εργαζομένων του δικτύου Al Jazeera. Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επισημαίνουν ότι η σκόπιμη θανάτωση δημοσιογράφων συνιστά έγκλημα πόλεμου.
Επιθέσεις σε νοσοκομεία και παγκόσμια ατιμωρησία δραστών
Η επίθεση στο νοσοκομείο Nasser στη Γάζα στις 25 Αυγούστου οδήγησε στον θάνατο πέντε δημοσιογράφων, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Hussam al-Masri, συνεργάτης του πρακτορείου Reuters. Παρά τους ισχυρισμούς του ισραηλινού στρατού ότι ο στόχος ήταν μια κάμερα της Χαμάς, έρευνα του Reuters απέδειξε ότι το πλήγμα κατέστρεψε τον εξοπλισμό του πρακτορείου που παρείχε ζωντανή εικόνα. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, χαρακτήρισε το περιστατικό ως «τραγικό ατύχημα», ωστόσο η CPJ σημειώνει ότι δεν έχει υπάρξει καμία απόδοση ευθυνών. Η κουλτούρα της ατιμωρησίας ενισχύεται από την έλλειψη διαφανών ερευνών, καθώς το 80% των δολοφονιών δημοσιογράφων παγκοσμίως παραμένουν ανεξιχνίαστες.
Εκτός των ζωνών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, η έκθεση καταγράφει εννέα θανάτους στο Σουδάν, όπου ο εμφύλιος πόλεμος εισήλθε στο τρίτο έτος του, και έξι δολοφονίες στο Μεξικό. Στην Ινδία, η σορός του ανεξάρτητου δημοσιογράφου Mukesh Chandrakar βρέθηκε σε σηπτική δεξαμενή μετά την έρευνά του για διαφθορά σε έργο οδοποιίας ύψους 11,3 εκατομμυρίων ευρώ. Η CPJ τονίζει ότι η έλλειψη διαφανών ερευνών παγκοσμίως ενθαρρύνει περαιτέρω βία σε χώρες όπως οι Φιλιππίνες και η Κολομβία. Η διευθύνουσα σύμβουλος της οργάνωσης, Jodie Ginsberg, δήλωσε ότι οι επιθέσεις στα μέσα ενημέρωσης αποτελούν προάγγελο επιθέσεων σε άλλες ελευθερίες.



