Στη διαμόρφωση ενός νέου ευέλικτου οδικού χάρτη για την παγκόσμια οικονομία καλεί νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Η σύγκλιση βαθιών δομικών μετασχηματισμών, από την επιτάχυνση της τεχνητής νοημοσύνης και τον εντεινόμενο γεωστρατηγικό ανταγωνισμό έως τα επίπεδα ρεκόρ του χρέους και τις δημογραφικές αλλαγές, ορίζει το πλαίσιο της νέας οικονομίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα παραδοσιακά μοντέλα ανάπτυξης που κυριάρχησαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες χάνουν πλέον τη σημασία τους. Η έκθεση βασίζεται σε διάλογο δύο ετών με 200 ηγέτες και έρευνα σε 11.000 στελέχη παγκοσμίως, τονίζοντας την ανάγκη για εξισορρόπηση των μακροπρόθεσμων προτεραιοτήτων με τις θεμελιώδεις οικονομικές αρχές.
Το υψηλό κόστος ενέργειας και η έλλειψη σταθερότητας στην ασκούμενη πολιτική αποτελούν τροχοπέδη για την επιτάχυνση της οικονομικής μεγέθυνσης, σύμφωνα με την πλειονότητα των ερωτηθέντων επιχειρηματιών. Στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και οι δύσκαμπτοι κανονισμοί αναγνωρίζονται ως τα κυριότερα εμπόδια, ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και οι ελλιπείς υποδομές παραμένουν οι κεντρικές προκλήσεις. Η αβεβαιότητα εντείνεται από τις γεωπολιτικές ρήξεις, όπως οι πρόσφατες διαταραχές στον εφοδιασμό στα Στενά του Ορμούζ, οι οποίες απειλούν να προκαλέσουν περαιτέρω οικονομικές επιπτώσεις και να αυξήσουν την αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία της ευημερίας σε διάφορες περιοχές του πλανήτη.
Η Ασία οδηγεί την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη
Η περιοχή της Ασίας αναμένεται να προσφέρει περισσότερο από το 50% της συσσωρευμένης παγκόσμιας αύξησης του ΑΕΠ μεταξύ 2025 και 2030. Οι οικονομίες μεσαίου εισοδήματος θα αποτελέσουν την κύρια μηχανή της παγκόσμιας οικονομίας, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν τα δύο τρίτα της συνολικής ανάπτυξης κατά την ίδια περίοδο. Αντιθέτως, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος προβλέπεται να συνεισφέρουν μόλις το 1% στην παγκόσμια μεγέθυνση, παρόλο που φιλοξενούν το 8% του παγκόσμιου πληθυσμού και καταγράφουν ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης. Η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική αναμένεται να έχουν πιο μέτρια συμβολή, γεγονός που αποτυπώνει την ανακατανομή της οικονομικής ισχύος προς τις αναδυόμενες αγορές.
Οι υπηρεσίες τεχνολογίας πληροφορικής, η προηγμένη μεταποίηση, ο κλάδος της υγείας και ο τομέας της αναψυχής θα διαδραματίσουν κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργία αξίας τα επόμενα πέντε έτη. Οι προσδοκίες αυτές αντανακλούν την ψηφιοποίηση και την τεχνολογική εμβάθυνση, καθώς και την αναβάθμιση της βιομηχανικής παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην αντίθετη πλευρά του φάσματος, τομείς όπως τα ακίνητα, τα ηλεκτρονικά είδη και οι ασφάλειες αναγνωρίζονται λιγότερο συχνά ως βασικοί μοχλοί ανόδου. Η έρευνα επισημαίνει ότι οι επιχειρήσεις στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος βασίζονται περισσότερο στις εξαγωγές και την εξωτερική ζήτηση, ενώ στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος η εγχώρια επενδυτική δραστηριότητα θεωρείται ο κύριος παράγοντας ενίσχυσης.
Η τεχνολογία και οι πράσινες επενδύσεις προπορεύονται
Οι εξελίξεις στις τεχνολογίες αιχμής και η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης αναμένεται να έχουν θετικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη έως το 2030. Επιχειρηματίες σε περισσότερο από το 90% των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και θα δημιουργήσουν νέες οικονομικές ευκαιρίες. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή, η κοινωνική πόλωση και τα αυξημένα επίπεδα χρέους θεωρούνται κύριοι ανασταλτικοί παράγοντες. Η περιβαλλοντική κρίση επηρεάζει ήδη την παραγωγικότητα και την ασφάλεια των πόρων, καθιστώντας την αειφορία προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη ευημερία, παρά τις προκλήσεις που θέτει η κατανομή του κόστους της μετάβασης σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.
Οι δημογραφικές μεταβολές και ο γεωοικονομικός κατακερματισμός θα προκαλέσουν αποκλίνουσες τροχιές ανάπτυξης μεταξύ των κρατών κατά την προσεχή πενταετία. Στην Ευρώπη και την Ανατολική Ασία, η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση του εργατικού δυναμικού εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν επιβραδυντικά στην οικονομική δραστηριότητα. Αντιθέτως, στην Υποσαχάρια Αφρική, τη Νότια Ασία και τη Μέση Ανατολή, ο νεανικός πληθυσμός αναμένεται να στηρίξει την κατανάλωση και την παραγωγή. Παράλληλα, ενώ ο γεωοικονομικός κατακερματισμός θεωρείται εμπόδιο για τις περισσότερες χώρες, ορισμένα κράτη στη Νοτιοανατολική Ασία ενδέχεται να επωφεληθούν από την αναδιοργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη μεταβολή των εμπορικών προτύπων λόγω του στρατηγικού ανταγωνισμού.
Στρατηγικές ενίσχυσης της παραγωγικότητας και γνώσης
Στρατηγικές χαμηλού ρίσκου που εστιάζουν στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και του ανθρώπινου κεφαλαίου εξασφαλίζουν σταθερή ανάπτυξη στη νέα οικονομία. Καθώς η γνώση και η τεχνολογία μετατρέπονται σε κεντρικά στοιχεία παραγωγής αξίας, η ικανότητα των οικονομιών να απορροφούν και να εφαρμόζουν καινοτομίες καθίσταται απαραίτητη για τη μακροπρόθεσμη ευημερία. Η επένδυση στην εκπαίδευση, την υγεία και την επανειδίκευση του εργατικού δυναμικού αποδίδει διαρκή οφέλη, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και την κοινωνική κινητικότητα. Επιπλέον, η ενδυνάμωση των θεμελιωδών αρχών της οικονομικής πολιτικής, όπως οι αξιόπιστοι θεσμοί, οι υποδομές υψηλής ποιότητας και η μακροοικονομική σταθερότητα, παραμένει ο ασφαλέστερος δρόμος για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν σύνθετα διλήμματα όσον αφορά τον ρόλο του κράτους στον οικονομικό μετασχηματισμό. Η επιλογή μεταξύ ενός περιορισμένου ρυθμιστικού ρόλου και μιας πιο δυναμικής κρατικής παρέμβασης θα καθορίσει την ταχύτητα της διαρθρωτικής προσαρμογής. Στον τομέα της τεχνολογίας, η ισορροπία μεταξύ ανταγωνισμού και συντονισμού επηρεάζει τη διάχυση της καινοτομίας, ενώ στην κοινωνική πολιτική ανακύπτει το δίλημμα μεταξύ στρατηγικών που προωθούν την κινητικότητα και εκείνων που εστιάζουν στην αναδιανομή του πλούτου. Η επιτυχία στη νέα οικονομία απαιτεί την οικοδόμηση ευέλικτων μονοπατιών ανάπτυξης που συνδυάζουν την επανεύρεση των μοντέλων λειτουργίας με την προσκόλληση στις βασικές οικονομικές αξίες.
Διαχείριση του χρέους σε περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης
Το συνολικό ιδιωτικό και δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 235% του παγκόσμιου ΑΕΠ, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να φτάσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2030, περιορίζοντας αισθητά τα δημοσιονομικά περιθώρια των κυβερνήσεων για απαραίτητες επενδύσεις στην άμυνα, την παιδεία και την πράσινη μετάβαση. Σε ένα περιβάλλον ασθενούς μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα αναγκαστούν να επιλέξουν μεταξύ της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και διαφόρων μορφών χρηματοπιστωτικής καταστολής. Η διαχείριση αυτής της έντασης θα διαμορφώσει την ικανότητα των χωρών να χρηματοδοτήσουν τις μεταβάσεις που στηρίζουν τη μελλοντική καινοτομία και την κοινωνική συνοχή.
Ο Attilio Di Battista, επικεφαλής του τομέα Οικονομικής Ανάπτυξης και Μετασχηματισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, δήλωσε ότι οι επενδύσεις στην παραγωγικότητα και το ταλέντο αποτελούν τις πλέον σαφείς στρατηγικές επιτυχίας για κάθε χώρα. Οι ηγέτες θα πρέπει να πλοηγηθούν σε περίπλοκα διλήμματα, διαχειριζόμενοι ταυτόχρονα επίπεδα χρέους ρεκόρ και την ταχύτερη τεχνολογική αλλαγή της τρέχουσας γενιάς. Η έκθεση καταλήγει ότι οι νικητές στη νέα οικονομία θα είναι όσοι αντιληφθούν εγκαίρως τις ανταγωνιστικές απειλές και ευκαιρίες, εξισορροπώντας την τόλμη με τη μακροπρόθεσμη σκέψη. Οι διάλογοι για το μέλλον της ανάπτυξης θα συνεχιστούν καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, διερευνώντας νέα μονοπάτια για την καινοτομία και την παραγωγικότητα.



