Την επιτάχυνση του ενεργειακού μετασχηματισμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δρομολογεί, μέσω ενός γιγαντιαίου στρατηγικού πλάνου 24 δισεκατομμυρίων, ο Όμιλος ΔΕΗ. Με στόχο τη μετεξέλιξη σε έναν ευρωπαϊκό ενεργειακό ηγέτη, η διοίκηση του ομίλου στοχεύει στην επίτευξη EBITDA ύψους 4,6 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας. Το φιλόδοξο αυτό πρόγραμμα επικεντρώνεται στην επιθετική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και την είσοδο σε νέες τεχνολογικές αγορές. Η στρατηγική αυτή κίνηση σηματοδοτεί το πέρασμα στην εποχή του πλήρους εξηλεκτρισμού και του ενεργειακού μετασχηματισμού της ΝΑ Ευρώπης σε έναν ενιαίο χώρο.
Η διοίκηση ανακοίνωσε την αύξηση κεφαλαίου 4 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη χρηματοδότηση του οράματος της επόμενης πενταετίας. Το επενδυτικό σχήμα CVC Capital Partners εξέφρασε ήδη μη δεσμευτικό ενδιαφέρον για συμμετοχή με κεφάλαια έως 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ στην επικείμενη έκδοση. Παράλληλα, το ελληνικό δημόσιο επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να διατηρήσει το ποσοστό συμμετοχής του στο 33,4% μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός του Μαΐου. Η κίνηση αυτή στοχεύει στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής ευελιξίας, επιτρέποντας στον Όμιλο να εκμεταλλευτεί άμεσα ευκαιρίες σε νέες αγορές. Η διαδικασία θα πραγματοποιηθεί μέσω συνδυασμένης προσφοράς στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Στρατηγικές επενδύσεις για την ενεργειακή κυριαρχία
Ο Όμιλος στοχεύει σε EBITDA 4,6 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2030, υπερδιπλασιάζοντας τις τρέχουσες επιδόσεις του. Τα καθαρά κέρδη αναμένεται να αγγίξουν το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, προσφέροντας σημαντικές υπεραξίες μέσω αυξημένων μερισμάτων στους μετόχους της επιχείρησης. Η στρατηγική βασίζεται σε ένα καθετοποιημένο μοντέλο που λειτουργεί ως μηχανισμός αντιστάθμισης κινδύνου στις ευμετάβλητες διεθνείς αγορές. Με την πλήρη απολιγνιτοποίηση να ολοκληρώνεται το 2026, η επιχείρηση μετεξελίσσεται σε έναν σύγχρονο, καθαρό πάροχο ενέργειας με 8,6 εκατομμύρια πελάτες. Η γεωγραφική διαφοροποίηση αποτελεί κεντρικό πυλώνα, με το 45% της ισχύος να βρίσκεται εκτός των ελληνικών συνόρων μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Η ανάπτυξη ενός έργου Mega Data Center ισχύος 300 MW στην Κοζάνη αποτελεί κομβικό σημείο του νέου σχεδιασμού. Η εταιρεία διεξάγει προχωρημένες διαπραγματεύσεις με κορυφαίους hyperscalers για την αξιοποίηση των υποδομών στη Δυτική Μακεδονία. Το έργο αυτό, που μπορεί να επεκταθεί μελλοντικά στα 1.000 MW, θα καλύπτει ανάγκες για AI και υπηρεσίες cloud σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η τροφοδοσία θα γίνεται behind-the-meter, διασφαλίζοντας ότι η λειτουργία του δεν θα επιβαρύνει το εθνικό σύστημα μεταφοράς ενέργειας. Η ΔΕΗ αξιοποιεί τις πρώην λιγνιτικές εκτάσεις, προσφέροντας έτοιμα δίκτυα οπτικών ινών και απαραίτητους πόρους ψύξης για την ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών μεγάλης κλίμακας.
Ψηφιακός μετασχηματισμός και μεγάλα κέντρα δεδομένων
Η επέκταση στην περιοχή επιταχύνεται με την είσοδο σε νέες αγορές όπως η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Πολωνία. Ο Όμιλος σκοπεύει να διπλασιάσει τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ στα 24,3 GW μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Η ζήτηση στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη αυξάνεται ταχύτερα από τη Δυτική Ευρώπη, λόγω του εξηλεκτρισμού και του onshoring βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Με την απόσυρση 69 GW θερμικών μονάδων στην περιοχή έως το 2035, δημιουργούνται κενά παραγωγής που η ΔΕΗ σκοπεύει να καλύψει. Η παρουσία σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία ενισχύει τον ρόλο της ως περιφερειακού ηγέτη που εγγυάται τη σταθερότητα του συστήματος.
Ο εθνικός ρόλος της επιχείρησης παραμένει ισχυρός, καθώς το 52% των συνολικών επενδύσεων κατευθύνεται στην εγχώρια αγορά, ενώ η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και η στήριξη των νοικοκυριών μέσω ανταγωνιστικών τιμολογίων αποτελούν προτεραιότητα. Η ΔΕΗ τονίζει πως λειτουργεί ως εθνικός επενδυτής, επανεπενδύοντας την κερδοφορία της σε έργα υποδομής που θωρακίζουν την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Η Ελλάδα, όπως αναφέρεται, έχει μετατραπεί πλέον σε καθαρό εξαγωγέα ενέργειας, γεγονός που συμβάλλει στη μείωση των τιμών χονδρικής, ενώ η οικονομική ευρωστία του Ομίλου επιτρέπει την απορρόφηση κραδασμών από διεθνείς κρίσεις, διασφαλίζοντας τη σταθερότητα για τους καταναλωτές και την εθνική οικονομία.



