Σημαντικές αναντιστοιχίες ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στο αντικείμενο εργασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα καταγράφει νέα πανελλαδική έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, με το 42,6% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων του σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία του. Η έρευνα, η οποία παρουσιάζει το μέρος Α΄ των βασικών συμπερασμάτων της, αναδεικνύει παράλληλα ότι οι επιχειρήσεις αξιοποιούν περιορισμένα το διαθέσιμο απόθεμα γνώσεων και δεξιοτήτων, ενώ η πρόσβαση στη συνεχιζόμενη κατάρτιση παραμένει άνιση.
Τα στοιχεία προέρχονται από ποσοτική έρευνα σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε όλη την Ελλάδα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις και στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε από τις 3 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις Alco, Metron Analysis και Prorata, με ερωτηματολόγιο που σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τα στελέχη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Το Ινστιτούτο συνδέει τα ευρήματα όχι μόνο με την επάρκεια των εργαζομένων, αλλά και με την ποιότητα των θέσεων εργασίας, την οργάνωση της παραγωγής και τη δυνατότητα ουσιαστικής αξιοποίησης των υφιστάμενων δεξιοτήτων.
Η σύνδεση σπουδών και εργασίας στην πράξη
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι σύνθετη. Την ώρα που το 42,6% δηλώνει μικρή ή μηδενική σχέση ανάμεσα στις σπουδές ή τα προσόντα και στην τρέχουσα εργασία, λίγο περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζομένους, ποσοστό 44,2%, αναφέρουν ότι η σχέση αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει, με βάση την ανάγνωση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ότι η σύνδεση ανάμεσα στην εκπαίδευση, στα προσόντα και στην πραγματική εργασία λειτουργεί θετικά για ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων, αλλά παραμένει αδύναμη για ένα σχεδόν ισοδύναμο ποσοστό.
Η αναντιστοιχία εμφανίζεται εντονότερη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση, ποσοστό 72,9%, δηλώνουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους, όπως και το 66,2% των εργαζομένων σε μερική απασχόληση. Την ίδια στιγμή, η σχέση σπουδών και εργασίας συνδέεται με τον βαθμό ανταπόκρισης στα καθήκοντα, καθώς μεταξύ όσων δηλώνουν μικρό βαθμό ανταπόκρισης, το 90,1% αναφέρει ότι οι σπουδές του σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία του.
Οι δεξιότητες που υπερβαίνουν τις απαιτήσεις
Η έρευνα καταγράφει υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας από την πλευρά των εργαζομένων. Σχεδόν δύο στους τρεις, ποσοστό 65%, θεωρούν ότι διαθέτουν το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων με αυτό που απαιτεί η θέση εργασίας τους, ενώ το 29% δηλώνει ότι διαθέτει υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση του. Αντίθετα, μόλις το 3,6% εκτιμά ότι οι δεξιότητές του είναι χαμηλότερες από τις απαιτούμενες, στοιχείο που μετατοπίζει τη συζήτηση από την απλή έλλειψη δεξιοτήτων προς την αξιοποίηση δεξιοτήτων που ήδη υπάρχουν.
Για όσους δηλώνουν ότι διαθέτουν περισσότερες δεξιότητες από αυτές που απαιτεί η θέση τους, οι αιτίες συνδέονται κυρίως με περιορισμούς της αγοράς εργασίας. Το 39% αναφέρει ότι ενδιαφερόταν να βρει άμεσα δουλειά, ακόμη και αν τα προσόντα του ήταν περισσότερα από αυτά που απαιτούσε η θέση. Παράλληλα, το 20,8% επέλεξε τη θέση για λόγους εργασιακής σταθερότητας, ενώ το 20,4% δηλώνει ότι οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του είναι περιορισμένες. Για τη μικρότερη ομάδα που δηλώνει χαμηλότερες δεξιότητες από τις απαιτούμενες, βασικός παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία, με ποσοστό 47,9%.
Η συμμετοχή στην κατάρτιση παραμένει περιορισμένη
Στο πεδίο της αναβάθμισης δεξιοτήτων, οι ψηφιακές δεξιότητες αναδεικνύονται πρώτη προτεραιότητα. Σχεδόν ένας στους δύο εργαζομένους, ποσοστό 48,6%, τις επιλέγει ως δεξιότητες που θα ήθελε περισσότερο να βελτιώσει. Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, με 27,9%, οι γνωστικές δεξιότητες, με 24,2%, οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες, με 21,4%, και οι τεχνικές δεξιότητες, με 20,6%. Παρά τη δημόσια συζήτηση για την τεχνολογική αλλαγή και την τεχνητή νοημοσύνη, μόνο το 24,1% θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να καταστούν παρωχημένες ορισμένες δεξιότητες του επαγγέλματός του μέσα στην επόμενη πενταετία.
Η συμμετοχή στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση παραμένει περιορισμένη. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 74,5%, δηλώνουν ότι δεν παρακολούθησαν κανένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ή επιμόρφωσης το τελευταίο έτος, ενώ μόνο το 25,5% συμμετείχε σε κάποιο πρόγραμμα. Από όσους συμμετείχαν, το 41,5% αναφέρει ότι η δαπάνη καλύφθηκε από τον εργοδότη, το 25,2% ότι κάλυψε ο ίδιος το κόστος και το 32% ότι το πρόγραμμα ήταν χωρίς κόστος ή ότι το κόστος καλύφθηκε από τρίτο φορέα.
Οι ανισότητες στην πρόσβαση των εργαζομένων
Η πρόσβαση στην κατάρτιση διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με το εκπαιδευτικό επίπεδο και τις αποδοχές. Η συμμετοχή φτάνει το 41,4% στους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου και το 35,1% στους κατόχους διδακτορικού, με την επιφύλαξη των μικρών βάσεων σε ορισμένες κατηγορίες, ενώ περιορίζεται στο 10,5% στους αποφοίτους Γυμνασίου και στο 12,3% στους αποφοίτους Δημοτικού. Αντίστοιχα, στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια, η συμμετοχή εμφανίζεται χαμηλότερη, με 19,8% για αποδοχές 251–500 ευρώ και 20,4% για αποδοχές 501–750 ευρώ, ενώ φτάνει το 35,2% στους εργαζομένους με αποδοχές 1.501–2.000 ευρώ.
Μεικτή εμφανίζεται και η στάση των επιχειρήσεων απέναντι στη συνεχιζόμενη κατάρτιση. Περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό 36%, δηλώνουν ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζονται δεν υποστηρίζει ή μάλλον δεν υποστηρίζει τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτισή τους. Αντίθετα, το 57,1% θεωρεί ότι η επιχείρησή του την υποστηρίζει ή μάλλον την υποστηρίζει. Η υποστήριξη αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης, από 46,2% στις πολύ μικρές επιχειρήσεις με 1–9 εργαζομένους έως 69,8% στις μεγάλες επιχειρήσεις με 250 εργαζομένους και άνω.
Το ζητούμενο για την αγορά εργασίας
Τα ευρήματα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ τοποθετούν τη συζήτηση για τις δεξιότητες πέρα από την ατομική ευθύνη του εργαζομένου. Η έρευνα σημειώνει ότι η τυπική εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία αξιοποιούνται σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό από περίπου τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, με ποσοστά 75,3% και 74,7% αντίστοιχα. Αντίθετα, η μη τυπική εκπαίδευση εμφανίζει χαμηλότερη αξιοποίηση, καθώς το 55,1% δηλώνει ότι αξιοποιεί σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό γνώσεις από σεμινάρια ή προγράμματα κατάρτισης.
Στο ίδιο πλαίσιο, τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 74,6%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν πλήρως ή αρκετά τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους στη θέση εργασίας τους, ενώ το 88,8% αναφέρει ότι ανταποκρίνεται σε πολύ μεγάλο ή μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης του. Για το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το απόθεμα γνώσεων, εμπειρίας και δεξιοτήτων των εργαζομένων μπορεί να αναγνωρίζεται, να αξιοποιείται και να αναπτύσσεται μέσα σε θέσεις εργασίας που προσφέρουν προοπτική, επαγγελματική εξέλιξη και καλύτερους όρους απασχόλησης.




