Άμεση συνεισφορά 32,4 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία είχε ο τουρισμός το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 13,0% του ΑΕΠ, με βάση την ετήσια μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για τη συμβολή του τομέα. Η επίδοση εμφανίζεται αυξημένη κατά 7,3% σε σχέση με τα 30,2 δισ. ευρώ του 2024, καθώς ενισχύθηκαν οι δαπάνες του εισερχόμενου τουρισμού, της κρουαζιέρας, των αερομεταφορών και του εγχώριου τουρισμού, ενώ καταγράφηκαν οριακές μειώσεις στις θαλάσσιες μεταφορές και στις επενδύσεις.
Η μελέτη αποδίδει στον τουρισμό ευρύτερη επίδραση στην οικονομία, εφόσον συνυπολογιστούν τα πολλαπλασιαστικά οφέλη. Με βάση τις εκτιμήσεις των πολλαπλασιαστών από ΙΟΒΕ και ΚΕΠΕ, η συνολική συνεισφορά του τομέα το 2025 εκτιμάται μεταξύ 71,3 δισ. και 85,9 δισ. ευρώ, μέγεθος που αντιστοιχεί σε 28,7% έως 34,6% του ΑΕΠ. Για το 2024, τα αντίστοιχα ποσά είχαν διαμορφωθεί μεταξύ 66,4 δισ. και 80,0 δισ. ευρώ.
Η άμεση επίδραση στην οικονομία
Η άμεση συμβολή του τουρισμού επιμερίζεται κυρίως στη δαπάνη του εισερχόμενου τουρισμού, η οποία ανήλθε σε 23,6 δισ. ευρώ μαζί με την κρουαζιέρα. Στο συνολικό ποσό περιλαμβάνονται επίσης 3,1 δισ. ευρώ από τις αερομεταφορές, 147 εκατ. ευρώ από τις θαλάσσιες μεταφορές, 673 εκατ. ευρώ από τη δαπάνη των εταιρειών κρουαζιέρας, 2,5 δισ. ευρώ από τον εγχώριο τουρισμό και 2,4 δισ. ευρώ εγχώριας προστιθέμενης αξίας από επενδύσεις.
Η τουριστική δραστηριότητα παρέμεινε κατά κύριο λόγο εξαγωγική, καθώς το 84,9% των εισπράξεων προήλθε από τον εισερχόμενο τουρισμό. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, περιλαμβανομένης της κρουαζιέρας, έφθασαν τα 23,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,4% έναντι του 2024. Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ εμφανίζουν τις εισπράξεις αυτές να καλύπτουν το 69,9% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, ενώ με την προσθήκη των εσόδων από μεταφορές το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 81,3%.
Αφίξεις, δαπάνες και κρουαζιέρα
Στον εισερχόμενο τουρισμό χωρίς την κρουαζιέρα, οι αφίξεις ανήλθαν σε 38,0 εκατ. το 2025, αυξημένες κατά 5,6% έναντι του 2024, ενώ οι εισπράξεις έφθασαν τα 22,6 δισ. ευρώ, με άνοδο 9,8%. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη διαμορφώθηκε στα 595,2 ευρώ, αυξημένη κατά 3,9%, καθώς η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση ενισχύθηκε κατά 8,8%, παρότι η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 4,5%.
Στην κρουαζιέρα, οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 12,4%, σε 5,3 εκατ., και οι διανυκτερεύσεις κατά 17,9%, σε 11,5 εκατ. Ωστόσο, οι εισπράξεις αυξήθηκαν μόλις κατά 1,9%, σε περίπου 1,0 δισ. ευρώ. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη των επιβατών κρουαζιέρας μειώθηκε κατά 9,3%, στα 191,3 ευρώ, εξέλιξη που η μελέτη συνδέει με τη μείωση της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση.
Η περιφερειακή και εργασιακή διάσταση
Η περιφερειακή διάσταση παραμένει κεντρικό στοιχείο της τουριστικής οικονομίας. Το 74,0% των εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού πραγματοποιήθηκε εκτός Αττικής, με το Νότιο Αιγαίο να συγκεντρώνει το 29,0% των εισπράξεων, την Κρήτη το 19,0%, τα Ιόνια Νησιά το 8,0% και την Κεντρική Μακεδονία το 7,0%. Οι τέσσερις αυτές περιφέρειες συγκέντρωσαν συνολικά το 64,0% των εισπράξεων, στοιχείο που αποτυπώνει τη γεωγραφική συγκέντρωση της δραστηριότητας.
Στην αγορά εργασίας, η απασχόληση στον τουριστικό τομέα παρέμεινε ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2024, με οριακή μείωση 0,2% και 400.250 εργαζόμενους. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025, όμως, καταγράφηκαν 475.167 απασχολούμενοι, ο υψηλότερος αριθμός από την έναρξη της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού. Με βάση την υπόθεση ότι τα καταλύματα και η εστίαση απορροφούν περίπου το 63,3% της τουριστικής δαπάνης, το ΙΝΣΕΤΕ εκτιμά ότι στην αιχμή της σεζόν ο τουρισμός δημιούργησε έως 750.659 θέσεις εργασίας, δηλαδή το 17,0% της συνολικής απασχόλησης.
Η θέση του ΙΝΣΕΤΕ για τις προκλήσεις
Με αφορμή τη δημοσίευση της μελέτης, ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, ανέφερε ότι ο ελληνικός τουρισμός επιβεβαίωσε το 2025 τη δυναμική του πορεία και τη σημασία του για την οικονομία και την ανθεκτικότητα της χώρας. Στην ίδια δήλωση σημείωσε, ωστόσο, ότι η πορεία αυτή «δεν είναι δεδομένη», κάνοντας αναφορά σε φορολογικές επιβαρύνσεις, ελλείψεις σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, ανεπαρκή διαχείριση προορισμών και ρυθμίσεις που χαρακτήρισε άστοχες ή επιζήμιες.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του τομέα απαιτείται συνεκτικό εθνικό σχέδιο, αποτελεσματική διακυβέρνηση προορισμών και επαρκείς υποδομές. Η τοποθέτηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της μελέτης, η οποία αποτυπώνει την οικονομική βαρύτητα του τουρισμού, αλλά και τη σύνδεσή του με ζητήματα επενδύσεων, απασχόλησης, περιφερειακής ανάπτυξης και ισορροπίας στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας.



