Στην 50ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών κατατάσσεται η Ελλάδα στην Παγκόσμια Επετηρίδα για την Ανταγωνιστικότητα 2025 του International Institute for Management Development, υποχωρώντας κατά τρεις θέσεις σε σχέση με το 2024 και κατά τέσσερις θέσεις σε ορίζοντα πενταετίας. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε νέο policy paper του ΚΕΦΙΜ, με τίτλο «Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές», το οποίο εξετάζει τη θέση της χώρας στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας και τις διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν την ελληνική οικονομία.
Η ανάλυση συνδέει την ελληνική εικόνα με την ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση που έχει ανοίξει μετά την Έκθεση Draghi, την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον σχεδιασμό του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034. Στο επίκεντρο βρίσκεται το κατά πόσο η σταθεροποίηση των τελευταίων ετών μπορεί να μετατραπεί σε παραγωγική αναβάθμιση, με λιγότερη επιχειρηματική πολυπλοκότητα, μεγαλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια, ταχύτερη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις.
Η υποχώρηση στους δείκτες ανταγωνιστικότητας
Στους τρεις από τους τέσσερις πυλώνες του δείκτη, δηλαδή στην Επιχειρηματική Αποτελεσματικότητα, την Οικονομική Αποδοτικότητα και την Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην ίδια θέση, την 53η μεταξύ 69 οικονομιών. Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται στην Επιχειρηματική Αποτελεσματικότητα, όπου η χώρα υποχωρεί κατά εννέα θέσεις, με το policy paper να αποδίδει την εικόνα κυρίως στο brain drain, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην 64η θέση, και στην υστέρηση στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπου κατατάσσεται 61η.
Η δημοσιονομική εξυγίανση των τελευταίων ετών δεν έχει ακόμη μεταφραστεί, όπως αναφέρει η μελέτη, σε χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου ή σε ουσιαστική βελτίωση των υποδομών. Στο κόστος κεφαλαίου η Ελλάδα βρίσκεται στην 60ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών, ενώ στις υποδομές παραμένει στην 40ή θέση για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Η εικόνα αυτή, κατά το ΚΕΦΙΜ, δείχνει την απόσταση ανάμεσα στη μακροοικονομική σταθεροποίηση και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που μπορεί να στηρίξει πιο παραγωγικές επενδύσεις.
Η πολυπλοκότητα στην επιχειρηματική δραστηριότητα
Πρόσθετη πίεση στην ανταγωνιστικότητα προκύπτει από τον Παγκόσμιο Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας 2026 της TMF Group, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται για τρίτο συνεχόμενο έτος ως η χώρα με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα παγκοσμίως ως προς την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η ανάλυση αποδίδει την επίδοση αυτή κυρίως στις συχνές νομοθετικές αλλαγές και στις συνεχιζόμενες ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, όπως αναφέρεται, δεν έχουν δημιουργήσει ακόμη ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Στο πεδίο των παγίων επενδύσεων, η Ελλάδα κατέγραψε την περίοδο 2021–2025 ρυθμούς αύξησης του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου υψηλότερους από τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Η αύξηση έφτασε το +21,8% το 2021 και το +21,9% το 2022, έναντι +4,1% και +2,1% αντίστοιχα για το σύνολο της Ένωσης. Η μελέτη σημειώνει, ωστόσο, ότι η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει την αναπλήρωση του επενδυτικού κεφαλαίου που χάθηκε κατά τη δεκαετία της κρίσης και όχι ακόμη μια διατηρήσιμη συσσώρευση νέου παραγωγικού κεφαλαίου σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα των ευρωπαίων εταίρων.
Οι μεταρρυθμίσεις και το ευρωπαϊκό πλαίσιο
Στον δείκτη εφαρμογής της Έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη, οι τομείς με τη μεγαλύτερη υστέρηση είναι η Δικαιοσύνη, η Εργασία και η Χρηματοδότηση. Το policy paper τους συνδέει με τη δυνατότητα μετατροπής των επενδύσεων σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, καθώς επηρεάζουν την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης, τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε κεφάλαια. Με αυτό το πρίσμα, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση παρουσιάζεται ως αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Η ίδια λογική επεκτείνεται και στη συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034 επικαλείται την Έκθεση Draghi για να δικαιολογήσει ψηφιακές επιδοτήσεις ύψους €51,5 δισ. Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών και τα ρυθμιστικά εμπόδια παραμένουν βαθύτερα αίτια του προβλήματος. Το ΚΕΦΙΜ τοποθετεί έτσι τη συζήτηση όχι μόνο στο επίπεδο των διαθέσιμων πόρων, αλλά και στο θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει αν αυτοί μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικές επενδύσεις.
Η θέση του ΚΕΦΙΜ για την οικονομία
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε ότι η ανταγωνιστικότητα «δεν αφορά μόνο οικονομολόγους ή επιχειρήσεις», αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα αξιοποιεί ανθρώπινο δυναμικό, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις για καλύτερες δουλειές, υψηλότερα εισοδήματα και περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει κάνει βήματα σταθεροποίησης, όμως το επόμενο ζητούμενο είναι η παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας, με λιγότερη πολυπλοκότητα, καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαιο και ευνοϊκότερο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Ο ίδιος συνέδεσε την ελληνική περίπτωση με την ευρωπαϊκή συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα, σημειώνοντας ότι περισσότερες επιδοτήσεις χωρίς βαθύτερες θεσμικές αλλαγές δεν αρκούν για την ενίσχυση της θέσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον διεθνή ανταγωνισμό. Η μελέτη αποτελεί μέρος της έκδοσης «An Alternative EU Budget» του EPICENTER και συντάχθηκε από τον Βοηθό Ερευνητή του ΚΕΦΙΜ Χρήστο Λούκα και τον Ερευνητή του ΚΕΦΙΜ Ίωνα Βαλλιάνο.



