Αύξηση 9% στα μέσα ακαθάριστα αγροτικά εισοδήματα ανά εργαζόμενο ως το 2035 προβλέπει το OECD-FAO Agricultural Outlook 2026-2035, με την άνοδο να στηρίζεται κυρίως σε βελτιώσεις παραγωγικότητας και σε γενικά σταθερές πραγματικές τιμές αγροτικών προϊόντων. Η προοπτική αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από υψηλή αβεβαιότητα, καθώς η συχνότητα των σοκ των τελευταίων ετών αφήνει πιθανότητα 25% τα εισοδήματα του 2035 να βρεθούν κάτω από τα σημερινά επίπεδα.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ και του FAO προβλέπει ότι, σε σταθερές συνθήκες, η παγκόσμια αγροτική και αλιευτική παραγωγή θα αυξηθεί κατά 13% μέσα στην επόμενη δεκαετία, κυρίως μέσω εντατικότερης παραγωγής και βελτίωσης αποδόσεων. Η ανάπτυξη αναμένεται να συγκεντρωθεί στην Ασία, την Υποσαχάρια Αφρική και τη Λατινική Αμερική, ενώ τα χαμηλού εισοδήματος κράτη παραμένουν πιο ευάλωτα σε αυξήσεις κόστους, μειώσεις παραγωγής και επιδείνωση της επισιτιστικής ασφάλειας.
Η παραγωγικότητα στηρίζει τα αγροτικά εισοδήματα
Η προβλεπόμενη αύξηση του αγροτικού εισοδήματος αντιστοιχεί σε παγκόσμιο μέσο όρο 3.800 δολαρίων ανά αγροτικό εργαζόμενο, ως δείκτη πραγματικού ακαθάριστου αγροτικού εισοδήματος. Η εικόνα διαφέρει έντονα ανά περιοχή και εισοδηματική κατηγορία. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, η αγροτική παραγωγικότητα εκτιμάται ότι βρισκόταν λίγο πάνω από τα 21.100 δολάρια την περίοδο 2023-2025 και προβλέπεται να φτάσει τα 22.155 δολάρια ως το 2035.
Στον αντίποδα, οι αγροτικοί εργαζόμενοι σε περιοχές χαμηλού εισοδήματος της Υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας κερδίζουν σήμερα κατά μέσο όρο περίπου 930 δολάρια ετησίως, με την έκθεση να προβλέπει περιορισμένη αύξηση στα περίπου 1.100 δολάρια κατά την περίοδο αναφοράς. Οι δομικές δυσκολίες παραμένουν συνδεδεμένες με μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, υψηλή ένταση εργασίας, περιορισμένη μηχανοποίηση, αδύναμη πρόσβαση στις αγορές και εξάρτηση από βασικές καλλιέργειες ή εκτατική κτηνοτροφία.
Τα ενεργειακά σοκ αλλάζουν την εικόνα
Το Outlook εξετάζει και τις επιπτώσεις από τις οικονομικές διαταραχές που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή το 2026, μέσω του μοντέλου Aglink-Cosimo. Αν η μέση αύξηση 33% στις τιμές ενέργειας που καταγράφηκε το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνεχιζόταν και στο δεύτερο εξάμηνο, η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών θα μειωνόταν κατά 0,9% το 2027. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, η μείωση θα έφτανε το 1,7%.
Η μείωση στη χρήση λιπασμάτων, λόγω υψηλότερου κόστους, θα επηρέαζε περισσότερο τις οικονομίες που έχουν μικρότερη ανθεκτικότητα. Η έκθεση συνδέει το σενάριο με απώλειες εισοδήματος, υψηλότερες τιμές τροφίμων και στροφή των νοικοκυριών σε φθηνότερα τρόφιμα. Ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, ανέφερε ότι η ανθεκτικότητα των αγροτών αποτελεί ζήτημα επισιτιστικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στήριξη απέναντι σε σοκ, επενδύσεις στην παραγωγικότητα και ανοιχτές αγορές.
Οι εκπομπές αυξάνονται παρά την πρόοδο
Παρότι οι βελτιώσεις παραγωγικότητας αναμένεται να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης στην παραγωγή, η έκθεση προβλέπει ότι θα χρειαστεί και κάποια επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και του ζωικού κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα, οι άμεσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τη γεωργία προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,5% την επόμενη δεκαετία. Η κτηνοτροφία αναμένεται να αντιπροσωπεύει περίπου το 77% αυτής της αύξησης, ενώ τα συνθετικά λιπάσματα θα συνεισφέρουν ακόμη 23% μέσω υψηλότερων εκπομπών υποξειδίου του αζώτου.
Ο γενικός διευθυντής του FAO, QU Dongyu, συνέδεσε την ανθεκτικότητα με την προετοιμασία για το επόμενο σοκ και όχι απλώς με την αντιμετώπιση του προηγούμενου. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε ως προτεραιότητες τους διαφοροποιημένους εμπορικούς διαδρόμους, τα περιφερειακά αποθέματα κρίσιμων αγροτικών εισροών, τις ανθεκτικές υποδομές και ένα πιο διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα στα αγροδιατροφικά συστήματα, ώστε οι προσωρινές διαταραχές να μην εξελιχθούν σε κρίσεις επισιτιστικής ασφάλειας.
Η ζήτηση αλλάζει ανά περιοχή
Η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών προβλέπεται να αυξηθεί σταθερά και να φτάσει το ιστορικό επίπεδο των 3,22 δισ. τόνων ως το 2035. Η αύξηση θα προέλθει κυρίως από βελτιώσεις αποδόσεων κατά 0,9% ετησίως, ενώ η καλλιεργούμενη έκταση για σιτηρά αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 0,1% τον χρόνο. Ως το 2035, το 40% των σιτηρών προβλέπεται να καταναλώνεται απευθείας από ανθρώπους και το 34% να χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή.
Η κατανάλωση στις χώρες χαμηλότερου μεσαίου εισοδήματος αναμένεται να διαφοροποιηθεί περαιτέρω, με μεγαλύτερη συμμετοχή προϊόντων ζωικής προέλευσης καθώς αυξάνονται τα εισοδήματα. Η Νοτιοανατολική Ασία προβλέπεται να αντιπροσωπεύσει 39% της παγκόσμιας αύξησης κατανάλωσης ως το 2035, λόγω πληθυσμιακής αύξησης και υψηλότερης κατά κεφαλήν ζήτησης. Παράλληλα, η Υποσαχάρια Αφρική θα έχει αυξανόμενη συμβολή στην παραγωγή, αλλά μεγάλο μέρος της περιοχής θα παραμείνει εκτεθειμένο σε επισιτιστική ανασφάλεια και εξωτερικά σοκ.
Το εμπόριο παραμένει κρίσιμο για ανθεκτικότητα
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη διεθνή συνεργασία και στο εμπόριο που βασίζεται σε κανόνες, ως παράγοντες σταθεροποίησης των αγροτικών εισοδημάτων και ενίσχυσης της επισιτιστικής ασφάλειας. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, η πρόσβαση στις αγορές περιορίζεται από ανεπαρκείς μεταφορικές υποδομές, ελλείψεις σε αποθηκευτικούς χώρους, τεχνολογικά κενά και αδυναμίες στη διευκόλυνση του εμπορίου.
Οι πραγματικές διεθνείς τιμές αγροτικών προϊόντων προβλέπεται να παραμείνουν γενικά σταθερές ή χαμηλότερες από τα σημερινά επίπεδα, λόγω των αναμενόμενων κερδών παραγωγικότητας και των συνήθων καιρικών συνθηκών. Αυτό μπορεί να στηρίξει τους καταναλωτές, αλλά δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για μικρούς παραγωγούς που έχουν περιορισμένη δυνατότητα υιοθέτησης τεχνολογιών. Το βασικό στοίχημα για τις κυβερνήσεις είναι να στηρίξουν την παραγωγικότητα, χωρίς να αφήσουν τους πιο ευάλωτους αγρότες εκτεθειμένους στην αστάθεια των αγορών.



