Η αξία του ακαθάριστου πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2025, ενώ το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα συνέχισε να αυξάνεται το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η βελτίωση των δύο μεγεθών δεν άλλαξε τη χαμηλή θέση της Ελλάδας ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank που δημοσιεύθηκε στις 3 Αυγούστου.
Η Ελλάδα βρέθηκε στην 15η θέση μεταξύ 19 χωρών της Ευρωζώνης για τις οποίες υπήρχαν στοιχεία στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, με τη διάμεση καθαρή περιουσία των νοικοκυριών κοντά στις 118.000 ευρώ. Αντίθετα, στο προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, η χώρα κατείχε την προτελευταία θέση με βάση τα στοιχεία του 2024, μπροστά μόνο από τη Λετονία.
Άνοδος εισοδήματος και κατανάλωσης
Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό κοντά στο 5% τη διετία 2024-2025 και κατά 3,2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με την Alpha Bank. Ο ρυθμός αυτός υπερέβη τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της περιόδου, που διαμορφώθηκε στο 3%, και περιόρισε μέρος των πραγματικών απωλειών εισοδήματος της διετίας 2022-2023.
Κύριες πηγές της αύξησης ήταν οι αμοιβές από εξαρτημένη εργασία και, σε μικρότερο βαθμό, το λειτουργικό πλεόνασμα και το μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι δύο κατηγορίες αυξήθηκαν κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα. Η άνοδος των άμεσων φόρων περιόρισε εν μέρει τη συνολική μεταβολή του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η αποταμίευση παρέμεινε αρνητική, κοντά στο 3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το εισόδημα των νοικοκυριών. Η Alpha Bank συνδέει το αποτέλεσμα με την αξιοποίηση αποταμιεύσεων της περιόδου της πανδημίας και με την επέκταση της καταναλωτικής πίστης.
Πλούτος άνω του 1 τρισ. ευρώ
Με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ακαθάριστος πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών έφθασε τα 1,018 τρισ. ευρώ το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Αφαιρώντας το χρέος τους, ο καθαρός πλούτος υπολογίστηκε σε περίπου 924 δισ. ευρώ. Ο ακαθάριστος πλούτος αυξήθηκε σωρευτικά κατά 19%, ή κατά 161 δισ. ευρώ, στη διετία 2024-2025.
Στην άνοδο συνέβαλαν τόσο τα χρηματοοικονομικά όσο και τα μη χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού. Τα αμοιβαία και επενδυτικά κεφάλαια υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε δύο χρόνια, ενώ αυξήθηκαν επίσης ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος, οι εισηγμένες μετοχές, τα ομόλογα, οι ασφαλίσεις ζωής και οι καταθέσεις. Η αξία των ακινήτων ενισχύθηκε κατά 16% και του μη χρηματοοικονομικού επιχειρηματικού πλούτου κατά 13%.
Το μερίδιο του χρηματοοικονομικού πλούτου στο σύνολο του ακαθάριστου πλούτου αυξήθηκε στο 37% στο τέλος του 2025, από 26% το τέταρτο τρίμηνο του 2018. Τα στοιχεία της ΕΚΤ για την κατανομή του πλούτου χαρακτηρίζονται πειραματικά και συνδυάζουν τριμηνιαίους λογαριασμούς με στοιχεία από την έρευνα για τα οικονομικά και την κατανάλωση των νοικοκυριών.
Η απόκλιση με την Ευρωζώνη
Η καλύτερη θέση της Ελλάδας στη διάμεση καθαρή περιουσία, συγκριτικά με το διαθέσιμο εισόδημα, συνδέεται κυρίως με τη βαρύτητα της ακίνητης περιουσίας. Η ανάλυση της Alpha Bank αποδίδει αυτή τη σχέση τόσο στην άνοδο των τιμών των ακινήτων τα τελευταία χρόνια όσο και στη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
Η τράπεζα εκτιμά ότι οι φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού και οι επενδυτικοί πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά προγράμματα μπορούν να στηρίξουν μεσοπρόθεσμα την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τα εισοδήματα. Πρόκειται για εκτίμηση της Alpha Bank και όχι για καταγεγραμμένο αποτέλεσμα.



