Τον Οκτώβριο του 1988 η Τράπεζα της Ελλάδος τοποθετεί προσωρινό επίτροπο στην Τράπεζα Κρήτης. Ο Σπύρος Παπαδάτος περνά την πόρτα ενός πιστωτικού ιδρύματος που τα προηγούμενα χρόνια είχε μεγαλώσει γρήγορα και είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας ακόμη μεγαλύτερης επιχειρηματικής αυτοκρατορίας. Στα βιβλία υπάρχουν κεφάλαια που εμφανίζονται τοποθετημένα στο εξωτερικό, βεβαιώσεις που τα πιστοποιούν, λογιστικές εγγραφές που τα στηρίζουν. Όσο ο έλεγχος προχωρά, όμως, η εικόνα αλλάζει. Πίσω από τα χαρτιά ανοίγει μια τρύπα δεκάδων δισεκατομμυρίων δραχμών.
Στο κέντρο της βρίσκεται ο Γιώργος Κοσκωτάς. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία είχε περάσει από υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης σε πρόεδρο και πλειοψηφικό μέτοχό της, είχε δημιουργήσει εκδοτικό συγκρότημα και είχε αποκτήσει τον Ολυμπιακό. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η ιστορία θα ξεφύγει από τα όρια της τραπεζικής απάτης. Θα αγγίξει υπουργούς, θα φτάσει μέχρι τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και θα εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές κρίσεις της Μεταπολίτευσης. Η αρχή της, όμως, βρίσκεται αλλού: στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που έγραφαν τα βιβλία μιας τράπεζας και σε αυτό που πραγματικά υπήρχε.
Όταν η πληροφορία ταξίδευε πιο αργά
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ελληνική τραπεζική αγορά είχε μπει στην εποχή των υπολογιστών, αλλά απείχε ακόμη από τη σημερινή πραγματικότητα των κεντρικών πληροφοριακών συστημάτων. Μεγάλο μέρος των ελέγχων στηριζόταν σε έγγραφα, καταστάσεις, επιμέρους λογιστικές εφαρμογές και περιοδικές συμφωνίες λογαριασμών. Η πληροφορία ταξίδευε πιο αργά και η συνολική εικόνα μιας τράπεζας χτιζόταν μέσα από περισσότερα ενδιάμεσα βήματα.
Αυτό άφηνε χώρο σε λάθη. Ο πραγματικός κίνδυνος εμφανιζόταν όταν οι τεχνικοί περιορισμοί συναντούσαν αδύναμους οργανωτικούς ελέγχους. Στη σημερινή τραπεζική, ένας βασικός κανόνας είναι ο διαχωρισμός καθηκόντων, το «segregation of duties». Εκείνος που ξεκινά μια κρίσιμη συναλλαγή δεν πρέπει να μπορεί ταυτόχρονα να την εγκρίνει, να την καταχωρεί και να ελέγχει τη νομιμότητά της. Όσο περισσότερα από αυτά τα στάδια συγκεντρώνονται στα ίδια χέρια, τόσο μικραίνει η απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και στην κατάχρησή της.
Ο Κοσκωτάς επέστρεψε στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1979 και προσλήφθηκε στην Τράπεζα Κρήτης. Η άνοδός του υπήρξε γρήγορη. Πέρασε από λειτουργίες που συνδέονταν με το συνάλλαγμα, το λογιστήριο και τον έλεγχο, αποκτώντας πρόσβαση στον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα κατέγραφε και παρακολουθούσε τις συναλλαγές της. Το 1984 είχε πλέον γίνει πρόεδρος και πλειοψηφικός μέτοχος της Τράπεζας Κρήτης.
Η αντιστροφή ήταν εντυπωσιακή: ο υπάλληλος είχε γίνει ιδιοκτήτης του οργανισμού όπου είχε μάθει το σύστημα από μέσα. Η εξουσία του δεν περιοριζόταν πλέον στη δυνατότητα να χειρίζεται συναλλαγές ή λογιστικές διαδικασίες. Επεκτεινόταν στην ίδια τη διοίκηση που όφειλε να δημιουργεί τους μηχανισμούς ελέγχου. Αργότερα, οι έρευνες θα συνδέσουν μέρος των χρημάτων που χρηματοδότησαν την επιχειρηματική του επέκταση με κεφάλαια που είχαν αφαιρεθεί από την ίδια την τράπεζα.
Τα χρήματα υπάρχουν, όσο υπάρχουν και τα χαρτιά
Ο μηχανισμός της απάτης δεν στηρίχθηκε σε κάποια περίπλοκη τεχνολογική εφεύρεση. Αξιοποίησε κάτι πολύ πιο παλιό: τη δυνατότητα ενός εγγράφου να πείθει τον ελεγκτή ότι τα χρήματα βρίσκονται εκεί όπου λέει το χαρτί.
Στα βιβλία της Τράπεζας Κρήτης εμφανίζονταν σημαντικά ποσά ως κεφάλαια ή τοποθετήσεις σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού. Για να στηριχθεί αυτή η εικόνα, παρουσιάζονταν στους ελεγκτές επιστολές και βεβαιώσεις. Όταν αργότερα η έρευνα έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα άλλαξε. Αμερικανικά δικαστικά έγγραφα από τη διαδικασία έκδοσης του Κοσκωτά περιγράφουν κεφάλαια που εμφανίζονταν ως χρήματα της Τράπεζας Κρήτης σε ιδρύματα όπως η Irving Trust και η Merrill Lynch, ενώ η πραγματική τους διαδρομή ήταν διαφορετική. Στην ίδια δικογραφία περιλαμβάνονταν κατηγορίες για πλαστά ή αλλοιωμένα έγγραφα που είχαν χρησιμοποιηθεί για να στηρίξουν τη λογιστική εικόνα.
Το πιο επικίνδυνο κενό βρισκόταν σε αυτό ακριβώς το σημείο: αν ο ελεγκτής ζητούσε από την ίδια διοίκηση που έλεγχε να αποδείξει ότι τα κεφάλαια υπήρχαν, και η απόδειξη περνούσε πάλι από τα χέρια εκείνων που είχαν συμφέρον να την παρουσιάσουν, ένα πλαστό έγγραφο μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ από τα ίδια τα χρήματα.
Όταν η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια, στο επίκεντρο βρέθηκε ποσό περίπου 32 δισ. δραχμών. Άλλες καταγραφές της περιόδου ανέβασαν το συνολικό άνοιγμα στα 33,5 δισ. δραχμές. Η διαφορά δεν αλλάζει την κλίμακα. Σε μια χώρα που τότε μετρούσε μισθούς και επενδύσεις σε εκατοντάδες χιλιάδες ή λίγα εκατομμύρια δραχμές, το ποσό ήταν αρκετό για να χρηματοδοτήσει μια ολόκληρη επιχειρηματική επέκταση.
Η αυτοκρατορία μεγαλώνει έξω από την τράπεζα
Την ώρα που το λογιστικό άνοιγμα μεγαλώνει, ο Κοσκωτάς γίνεται όλο και πιο ορατός. Μέσω της «Γραμμής» επεκτείνεται στον Τύπο, αποκτά την «Καθημερινή», συνδέεται ιδιοκτησιακά με τη «Βραδυνή», εκδίδει τις «24 Ώρες» και επενδύει σε νέες εκδοτικές και τυπογραφικές υποδομές. Γύρω από τον όμιλο συγκεντρώνονται δημοσιογράφοι, τεχνικοί και εργαζόμενοι, ενώ ο ίδιος αποκτά παρουσία σε έναν χώρο όπου η οικονομική δύναμη μπορούσε να μετατραπεί σε δημόσια επιρροή.
Το 1987 προστίθεται ο Ολυμπιακός. Η απόκτηση ενός από τους μεγαλύτερους αθλητικούς συλλόγους της χώρας φέρνει τον Κοσκωτά σε ένα τρίτο πεδίο ισχύος, διαφορετικό από το τραπεζικό και το μιντιακό αλλά εξίσου μαζικό. Έναν χρόνο αργότερα έρχεται στην Ελλάδα ο Ούγγρος διεθνής Λάγιος Ντέταρι, με μια μεταγραφή εξαιρετικά υψηλού κόστους για τα δεδομένα της εποχής. Το ακριβές τίμημα θα παραμείνει ασαφές στις μεταγενέστερες καταγραφές. Η εικόνα, όμως, ήταν ξεκάθαρη: ο Ολυμπιακός αποκτούσε έναν από τους πιο γνωστούς ποδοσφαιριστές της Ευρώπης και ο ιδιοκτήτης του έδειχνε ότι μπορούσε να ξοδέψει σε κλίμακα που ελάχιστοι στην Ελλάδα μπορούσαν να ακολουθήσουν.
Τράπεζα, εφημερίδες και ποδόσφαιρο συνδέονταν πλέον γύρω από το ίδιο πρόσωπο. Κάθε κομμάτι προσέθετε διαφορετικό είδος δύναμης. Η τράπεζα έδινε πρόσβαση σε κεφάλαια. Τα μέσα ενημέρωσης έδιναν πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο. Ο Ολυμπιακός έδινε κοινωνική προβολή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Όσο το οικοδόμημα μεγάλωνε, τόσο περισσότερα χρήματα απαιτούσε. Η Τράπεζα Κρήτης προσέλκυε παράλληλα σημαντικές καταθέσεις, ανάμεσά τους κεφάλαια δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών. Αργότερα, αυτές οι καταθέσεις θα γίνουν ένα από τα πιο εκρηκτικά κομμάτια της πολιτικής υπόθεσης. Το ζήτημα θα πάψει να αφορά μόνο το πώς εξαφανίστηκαν τα χρήματα μιας τράπεζας και θα μετατραπεί σε ερώτημα για το ποιοι βοήθησαν την τράπεζα να συνεχίσει να τα προσελκύει.
Ο έλεγχος κλείνει τον κύκλο
Το 1988 το περιβάλλον αλλάζει. Δημοσιογραφικές έρευνες, καταγγελίες και εισαγγελικές κινήσεις αυξάνουν την πίεση. Ο εισαγγελέας Εφετών Δημήτρης Τσεβάς προχωρεί σε προκαταρκτική εξέταση και η Τράπεζα της Ελλάδος εντείνει την εποπτική της παρέμβαση. Η δύναμη που είχε συγκεντρώσει ο Κοσκωτάς γύρω από την τράπεζα, τα μέσα ενημέρωσης και τον Ολυμπιακό παραμένει ορατή, αλλά για πρώτη φορά ο έλεγχος αρχίζει να κινείται έξω από το δικό του επιχειρηματικό περιβάλλον.
Την ίδια περίοδο ψηφίζεται ο Ν. 1806/1988. Το άρθρο 40 θα μείνει στην πολιτική ιστορία ως «Κουτσονόμος», από το όνομα του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Μένιου Κουτσόγιωργα. Προέβλεπε διαδικασίες ελέγχου της προέλευσης κεφαλαίων σε εκδοτικές επιχειρήσεις και συμμετοχές σε πιστωτικά ιδρύματα, μέσα όμως σε ένα πλαίσιο αυστηρών κανόνων τραπεζικού απορρήτου και ειδικών διαδικασιών. Η εφαρμογή του μετατράπηκε σε μέρος της σύγκρουσης για το αν οι αρχές μπορούσαν να φτάσουν εγκαίρως στην πραγματική προέλευση των χρημάτων.
Στις 19 Οκτωβρίου η Τράπεζα της Ελλάδος τοποθετεί τον Σπύρο Παπαδάτο ως προσωρινό επίτροπο στην Τράπεζα Κρήτης. Ο έλεγχος περνά έξω από τον μηχανισμό της διοίκησης που παρήγαγε μέχρι τότε τη λογιστική εικόνα. Τα υπόλοιπα που εμφανίζονται στα βιβλία μπορούν πλέον να αντιπαραβληθούν με στοιχεία που δεν ελέγχει η ίδια η τράπεζα. Οι επιστολές και οι βεβαιώσεις παύουν να αρκούν από μόνες τους.
Εκεί αρχίζει να καταρρέει ο μηχανισμός που είχε κρατήσει χωριστές τις δύο πραγματικότητες. Οι έλεγχοι στα στοιχεία του εξωτερικού αποκαλύπτουν ότι ποσά που εμφανίζονται ως διαθέσιμα της Τράπεζας Κρήτης δεν βρίσκονται εκεί όπου τα παρουσιάζουν τα βιβλία. Τα έγγραφα που στήριζαν αυτή την εικόνα μπαίνουν και αυτά στο μικροσκόπιο. Το ζήτημα παύει πλέον να είναι μια λογιστική ασυμφωνία ή μια υποψία κακοδιαχείρισης. Οι αποκλίσεις αποκτούν μέγεθος δεκάδων δισεκατομμυρίων δραχμών.
Η πτώση είναι πολύ ταχύτερη από την άνοδο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο άνθρωπος που είχε εμφανιστεί ως ένας από τους πιο επιθετικούς νέους επιχειρηματίες της χώρας χάνει τον έλεγχο της τράπεζας και βρίσκεται αντιμέτωπος με έρευνες που ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα. Στις αρχές Νοεμβρίου εγκαταλείπει την Ελλάδα, περνά από τη Βραζιλία και φτάνει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 24 Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στη Μασαχουσέτη και την επόμενη ημέρα τίθεται σε ομοσπονδιακή κράτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης.
Η τραπεζική αυτοκρατορία που είχε χρειαστεί χρόνια για να χτιστεί έχει αλλάξει μορφή μέσα σε περίπου έναν μήνα. Ο Κοσκωτάς θα παραμείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο τα αμερικανικά δικαστήρια εξετάζουν το ελληνικό αίτημα έκδοσης. Η διαδικασία θα διαρκέσει περισσότερο από δύο χρόνια. Τον Ιούνιο του 1991 επιστρέφει τελικά στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, η υπόθεση έχει ήδη μετατραπεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Η τραπεζική απάτη γίνεται πολιτική κρίση
Οι καταθέσεις δημόσιων οργανισμών, οι σχέσεις του Κοσκωτά με πολιτικά πρόσωπα και οι καταγγελίες για προστασία ή διευκολύνσεις απλώνουν την κρίση στο πολιτικό σύστημα και δηλητηριάζουν το κλίμα των εκλογικών αναμετρήσεων του 1989. Η βασική τραπεζική υπόθεση αποκτά πλέον δεύτερη ζωή: κάθε ερώτημα για την προέλευση των χρημάτων οδηγεί σε ένα επόμενο ερώτημα για τις σχέσεις που είχαν επιτρέψει στην Τράπεζα Κρήτης να αναπτύσσεται και να προσελκύει κεφάλαια με τέτοια ταχύτητα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου και στελέχη των κυβερνήσεών του παραπέμπονται στο Ειδικό Δικαστήριο. Η δίκη αρχίζει τον Μάρτιο του 1991. Στις 11 Απριλίου ο Μένιος Κουτσόγιωργας καταρρέει μέσα στη δικαστική αίθουσα. Πεθαίνει λίγες ημέρες αργότερα, πριν υπάρξει τελική κρίση για τις κατηγορίες εναντίον του. Μαζί του μένει χωρίς τελική δικαστική απάντηση και ένα από τα πιο φορτισμένα σκέλη της υπόθεσης, η καταγγελία για κατάθεση 2 εκατ. δολαρίων σε ελβετικό λογαριασμό.
Τον Ιανουάριο του 1992 ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες. Στο σκέλος που αφορούσε την ηθική αυτουργία για τις καταθέσεις δημόσιων οργανισμών στην Τράπεζα Κρήτης, η απόφαση είναι οριακή, με ψήφους 7 προς 6 υπέρ της αθώωσης. Ο Δημήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος καταδικάζονται για επιμέρους αδικήματα. Ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάζεται τότε λόγω της ασυλίας του ως μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Ο ίδιος ο Κοσκωτάς θα βρεθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης για την τραπεζική υπόθεση. Το 1994 καταδικάζεται σε κάθειρξη 25 ετών και η ποινή παραμένει μετά την εφετειακή διαδικασία το 1997. Η Τράπεζα Κρήτης, αντίθετα, συνεχίζει να λειτουργεί μετά την πτώση του Κοσκωτά. Περνά από διαδικασία εξυγίανσης και το 1999 ενσωματώνεται στην Eurobank.
Από τα βιβλία στο ψηφιακό ίχνος
Την ίδια περίοδο μεταμορφωνόταν ολόκληρη η ελληνική τραπεζική αγορά. Η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός και η εξέλιξη της πληροφορικής πίεζαν τις τράπεζες να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας τους. Οι υπολογιστές είχαν μπει στις τράπεζες πριν από τον Κοσκωτά και η υπόθεση της Τράπεζας Κρήτης δεν προκάλεσε από μόνη της αυτή τη μετάβαση. Τη δεκαετία του 1990, όμως, όλο και περισσότερες λειτουργίες άρχισαν να συνδέονται σε ενιαία συστήματα.
Η εποπτεία ακολούθησε τη δική της διαδρομή. Η Τράπεζα της Ελλάδος διέθετε αρμοδιότητες τραπεζικού ελέγχου πολύ πριν από το 1988. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το πλαίσιο έγινε πιο λεπτομερές. Η ΠΔ/ΤΕ 2438 του 1998 έδωσε συγκεκριμένη μορφή στις απαιτήσεις για τα Συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου και η ΠΔ/ΤΕ 2577 του 2006 ενίσχυσε περαιτέρω τη διαχείριση κινδύνων, την κανονιστική συμμόρφωση, τον ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο και τον διαχωρισμό αρμοδιοτήτων.
Σήμερα ένα core banking system μπορεί να καταγράψει ποιος ξεκίνησε μια συναλλαγή, ποιος την ενέκρινε, ποιοι λογαριασμοί επηρεάστηκαν και πότε έγινε κάθε αλλαγή. Οι συμφωνίες μπορούν να αυτοματοποιηθούν και τα δικαιώματα πρόσβασης να περιοριστούν. Η διαφορά με την Τράπεζα Κρήτης βρίσκεται λιγότερο στην ύπαρξη μιας οθόνης και περισσότερο στη δυνατότητα να δημιουργείται ένα ανεξάρτητο ψηφιακό ίχνος που ένας μόνο άνθρωπος δυσκολεύεται να ελέγξει από την αρχή έως το τέλος.
Μια τράπεζα μπορεί να διαθέτει υπολογιστές, ελεγκτές, κανονισμούς και διαδικασίες. Όλα αυτά αποκτούν αξία μόνο όταν η εξουσία μοιράζεται και ο έλεγχος μπορεί να φτάσει μέχρι την κορυφή. Το χαρτί μπορεί να πλαστογραφηθεί και ένα ψηφιακό σύστημα μπορεί να παρακαμφθεί. Ο πραγματικός κίνδυνος αρχίζει όταν κάποιος μέσα στον οργανισμό αποκτά αρκετή δύναμη ώστε να δημιουργεί την οικονομική πραγματικότητα και ταυτόχρονα να πιστοποιεί ότι είναι αληθινή.
Πηγές: United States District Court for the District of Massachusetts, «Koskotas v. Roche, 740 F. Supp. 904» (1990). United States Court of Appeals for the First Circuit, «George Koskotas v. James B. Roche, 931 F.2d 169» (1991). Τράπεζα της Ελλάδος, «Ιστορική αναδρομή» (χ.χ.), «ΠΔ/ΤΕ 2438/6.8.1998: Πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου» (1998), «ΠΔ/ΤΕ 2577/9.3.2006: Πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου» (2006). Ελληνική Δημοκρατία, «Ν. 1806/1988: Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις» (1988), ΦΕΚ Α΄ 207. Βουλή των Ελλήνων, «Πρακτικά Συνεδριάσεων Ολομέλειας, Α΄ Σύνοδος Ε΄ Περιόδου» (1989). Eurobank, «Αρχεία άλλων τραπεζών – Αρχείο Τράπεζας Κρήτης» και «Ιστορική διαδρομή» (χ.χ.). Ολυμπιακός Σ.Φ.Π., «Χρόνια πολλά Θρύλε!» και «Ο Μαγυάρος αρτίστας!» (2015). Η Καθημερινή, «Αρχίζει η δίκη για το “σκάνδαλο Κοσκωτά”» (1991), «Θάνατος Μ. Κουτσόγιωργα» (1991), «Αθώωση Α. Παπανδρέου» (1992), «Καταδίκη Γ. Κοσκωτά» (1997).



