Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αυξήσει περίπου κατά δέκα φορές τις ετήσιες επενδύσεις στην έρευνα και τον εντοπισμό κοιτασμάτων ορυκτών, στα περίπου 2 δισ. ευρώ, προκειμένου να υποστηρίξει τους στόχους του Critical Raw Materials Act. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα τεχνικής έκθεσης που εκπόνησε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε συνεργασία με την Aurum Exploration για τις προκλήσεις και τις πιθανές λύσεις στην ευρωπαϊκή μεταλλευτική έρευνα.
Οι σημερινές δαπάνες εκτιμώνται σε περίπου 0,2 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ η απαιτούμενη αύξηση θα πρέπει, σύμφωνα με τη μελέτη, να πραγματοποιηθεί μέσα στην επόμενη πενταετία. Ο Critical Raw Materials Act, που υιοθετήθηκε στις 23 Μαΐου 2024, θέτει μεταξύ άλλων στόχο έως το 2030 το 10% της ζήτησης της ΕΕ για κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες να καλύπτεται από εγχώρια εξόρυξη.
Μεγάλη απόσταση από Καναδά και Αυστραλία
Η έκθεση περιγράφει μια ευρωπαϊκή αγορά που υπολείπεται αισθητά των κυριότερων διεθνών μεταλλευτικών οικονομιών. Το 2024, η ΕΕ αντιπροσώπευε μόλις το 3% του παγκόσμιου προϋπολογισμού για έρευνα ορυκτών, έναντι 20% για τον Καναδά και 16% για την Αυστραλία. Σε όρους επενδυτικής έντασης ανά κάτοικο και ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, η υστέρηση της Ευρώπης εκτιμάται σε έξι έως επτά φορές.
Η δραστηριότητα εμφανίζει επίσης μεγάλη γεωγραφική συγκέντρωση. Σουηδία, Φινλανδία, Ισπανία και Ιρλανδία αντιπροσωπεύουν το 75% των γεωτρήσεων έρευνας στην ΕΕ, ενώ η Φινλανδία και η Σουηδία καταγράφουν επίπεδα δαπανών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο συγκρίσιμα με εκείνα του Καναδά και της Αυστραλίας.
Ένα από τα βασικά εμπόδια αφορά τις αδειοδοτήσεις. Η έγκριση αδειών έρευνας μπορεί να απαιτεί από δύο έως επτά χρόνια στην ΕΕ, έναντι ενός έως δύο ετών στις χώρες που χρησιμοποιούνται ως σημεία αναφοράς. Η μελέτη επισημαίνει επίσης τον κατακερματισμό των κανόνων μεταξύ των κρατών μελών, την περιορισμένη χρηματοδότηση των εθνικών γεωλογικών υπηρεσιών και την απουσία ανεπτυγμένου κλάδου μικρότερων εταιρειών έρευνας αντίστοιχου με εκείνον του Καναδά, της Αυστραλίας και των ΗΠΑ.
Πέντε άξονες για αύξηση των επενδύσεων
Οι προτάσεις της έκθεσης οργανώνονται σε πέντε βασικούς άξονες. Περιλαμβάνουν την απλούστευση και καλύτερη οργάνωση των διαδικασιών αδειοδότησης, την εφαρμογή του Critical Raw Materials Act σε εθνικό επίπεδο, την ενίσχυση των δημόσιων γεωλογικών ερευνών, τη δημιουργία χρηματοδοτικών κινήτρων και τη στήριξη νέων τεχνολογιών για την αναζήτηση κοιτασμάτων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στα γεωλογικά δεδομένα. Το άρθρο 19 του Critical Raw Materials Act υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος να καταρτίσει εθνικό πρόγραμμα γενικής έρευνας, με χαρτογραφήσεις, γεωχημικές έρευνες, γεωεπιστημονικές μελέτες και επεξεργασία δεδομένων. Η έκθεση προτείνει επίσης τον χαρακτηρισμό περιοχών με γνωστές μεταλλοφόρες ζώνες ως στρατηγικών περιοχών για έρευνα κρίσιμων πρώτων υλών.
Χρηματοδότηση και τεχνολογία
Στο χρηματοδοτικό σκέλος, η μελέτη προτείνει την εξέταση φορολογικών κινήτρων αντίστοιχων με το καναδικό σύστημα flow-through shares, μέσω του οποίου φορολογικά οφέλη μεταφέρονται στους επενδυτές που χρηματοδοτούν δραστηριότητες έρευνας. Ως υφιστάμενο ευρωπαϊκό παράδειγμα αναφέρεται το Junior Mining Programme, ένα πλαίσιο 150 εκατ. ευρώ για επενδύσεις μετοχικού και οιονεί μετοχικού κεφαλαίου σε εταιρείες αρχικού σταδίου, το οποίο καλύπτει σήμερα 12 κράτη μέλη.
Η έκθεση εκτιμά ότι ένα αντίστοιχο σχήμα για τα υπόλοιπα 15 κράτη θα απαιτούσε χρηματοδότηση περίπου 300 έως 500 εκατ. ευρώ ετησίως. Προτείνει επίσης επενδύσεις σε τεχνολογίες τηλεπισκόπησης, τρισδιάστατη και τετραδιάστατη γεωλογική μοντελοποίηση, τεχνητή νοημοσύνη και machine learning, καθώς και επανεξέταση ιστορικών μεταλλευτικών αποβλήτων και παλαιότερων κοιτασμάτων.
Ο Όμιλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δεσμεύθηκε τον Μάρτιο του 2025 να διαθέτει 2 δισ. ευρώ ετησίως για τη χρηματοδότηση έργων κρίσιμων πρώτων υλών σε όλη την αλυσίδα αξίας. Ωστόσο, η ίδια η έκθεση επισημαίνει ότι η έρευνα αρχικού σταδίου απαιτεί χρηματοδοτικά εργαλεία προσανατολισμένα περισσότερο σε κεφάλαια υψηλού κινδύνου παρά σε συμβατικό δανεισμό.



