Παρά τα φιλόδοξα σχέδια της ΕΕ και τις αυξανόμενες δαπάνες της στον τομέα της άμυνας, η επίτευξη αμυντικής ετοιμότητας μέχρι το 2030 παραμένει δύσκολη, σύμφωνα με επισκόπηση που δημοσίευσε σήμερα το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ). Στην εν λόγω επισκόπηση των εξελίξεων στον τομέα της πολιτικής άμυνας της ΕΕ, το ΕΕΣ αναλύει όσα συνέβησαν από το 2020. Διαπιστώνεται μετατόπιση του βάρους της πολιτικής από την αντιμετώπιση κρίσεων στην αμυντική ετοιμότητα των χωρών της ΕΕ και την εφαρμογή μιας όλο και περισσότερο δομημένης προσέγγισης. Ταυτόχρονα, επισημαίνονται διάφορες προκλήσεις και ευκαιρίες για την Ένωση, καθώς και κίνδυνοι που συνδέονται με τη χρηματοοικονομική διαχείριση, τη διακυβέρνηση και τη λογοδοσία.
Η κατάσταση της ασφάλειας στην ΕΕ έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια. Ως αποτέλεσμα, τόσο η ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη της έχουν αυξήσει σημαντικά τη χρηματοδότηση για την άμυνα, τομέα ο οποίος υπέφερε από πολυετή έλλειψη επενδύσεων, ανεπάρκεια των αποθεμάτων πυρομαχικών και πυραύλων, μεγάλους χρόνους παραγωγής, εξάρτηση από προμηθευτές εκτός της Ευρώπης και σημεία συμφόρησης σε υλικοτεχνικό επίπεδο. Πρόκειται για σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η οποία επιδιώκει να επεκτείνει την παραγωγική ικανότητα, να προωθήσει την καινοτομία και να ενισχύσει τις εταιρικές σχέσεις.
«Η ΕΕ έχει δρομολογήσει σειρά πρωτοβουλιών με στόχο τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και τη συνένωση των προσπαθειών τους στον τομέα της άμυνας. Ωστόσο, καθώς ο στόχος για επίτευξη αμυντικής ετοιμότητας μέχρι το 2030 φαντάζει μακρινός, είναι εξαιρετικά σημαντικό να αξιοποιηθούν οι νέες ευκαιρίες και να αντιμετωπιστούν οι υφιστάμενοι κίνδυνοι», δήλωσε ο Marek Opioła, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για τον έλεγχο.
Σε επίπεδο ευκαιριών, το πλαίσιο ασφάλειας και η αυξημένη χρηματοδότηση μπορούν να συμβάλουν στην επέκταση των ικανοτήτων της ευρωπαϊκής βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης στον τομέα της άμυνας και, ως εκ τούτου, να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη καινοτομίας. Ταυτόχρονα, μπορούν να αναπτυχθούν νέες μορφές συνεργασίας, όπως αμυντικοί συνεργατικοί σχηματισμοί και συνασπισμοί δυνατοτήτων, παράλληλα με την ενίσχυση των στρατηγικών εταιρικών σχέσεων, ιδίως με την Ουκρανία. Επιπλέον, η παροχή κινήτρων στις χώρες της ΕΕ να προμηθεύονται τα αμυντικά τους συστήματα από Ευρωπαίους προμηθευτές, μέσω ρητρών προτίμησης της ΕΕ, θα μπορούσε να συμβάλει μακροπρόθεσμα στη μείωση των εξαρτήσεων από προμηθευτές εκτός της Ευρώπης, αν και αυτό θα πρέπει να εξισορροπηθεί με τις βραχυπρόθεσμες επιχειρησιακές ανάγκες.
Όσον αφορά τους κινδύνους, μελέτες δείχνουν ότι η επίτευξη, έως το 2030, του στόχου της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ και της ικανότητας ανεξάρτητης διατήρησης στρατιωτικών επιχειρήσεων υψηλής έντασης δεν θα είναι εύκολη. Αμυντικοί αναλυτές επισημαίνουν σημαντικούς περιορισμούς, όπως τα κατακερματισμένα εθνικά συστήματα, τα σημεία συμφόρησης στη βιομηχανία, ο αργός πολιτικός συντονισμός και η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να σημειώσει ουσιαστική πρόοδο, όπως μαρτυρά η αύξηση των δαπανών και η ταχεία επέκταση της παραγωγής πυρομαχικών.
Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες των χωρών της αυξήθηκαν κατά σχεδόν 80 % μεταξύ 2020 και 2025. Ο σχεδιασμός δυνατοτήτων στην ΕΕ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια προσέγγιση από τη βάση προς την κορυφή, στο πλαίσιο της οποίας κάθε χώρα προσδιορίζει τις ανάγκες της μεμονωμένα. Ωστόσο, η έλλειψη αποτελεσματικής διαδικασίας σχεδιασμού από την κορυφή προς τη βάση σε επίπεδο ΕΕ, σε συνδυασμό με τον ανεπαρκή συντονισμό μεταξύ των διαφόρων ενωσιακών και εθνικών ροών χρηματοδότησης, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό των επενδύσεων, αλληλεπικαλύψεις ή κενά σε επίπεδο δυνατοτήτων. Η αυξημένη χρηματοδότηση, εάν δεν εκτελεστεί σωστά, μπορεί επίσης να επιφέρει κινδύνους για την υλοποίηση και να δημιουργήσει σημεία συμφόρησης σε επίπεδο πρώτων υλών, βασικών κατασκευαστικών στοιχείων ή ειδικευμένου προσωπικού, κάτι που θα δυσχεράνει τη χρήση των κονδυλίων. Τέλος, η χρηματοδότηση μπορεί να μην είναι επαρκής για την κάλυψη των αμυντικών προτεραιοτήτων που έχουν συμφωνηθεί και για την επίτευξη δεδηλωμένων στόχων, όπως εκείνοι που αφορούν τη στρατιωτική κινητικότητα. Η ΕΕ καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε δανεισμό με την εγγύηση του ενωσιακού προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των 150 δισ. ευρώ του προγράμματος Δράση για την ασφάλεια στην Ευρώπη (SAFE) για την επιτάχυνση της αμυντικής ετοιμότητας των κρατών μελών και του δανείου προς την Ουκρανία ύψους 90 δισ. ευρώ, από τα οποία 60 δισ. ευρώ προορίζονται για αμυντικούς σκοπούς. Η αυξανόμενη χρηματοδότηση των αμυντικών δαπανών μέσω δανεισμού και η προσφυγή σε δάνεια με κάλυψη από την ΕΕ ενδέχεται να υπονομεύσουν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, επιβραδύνοντας τη μείωση του δημόσιου χρέους και ασκώντας πίεση στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι η πολυπλοκότητα της δομής διακυβέρνησης και των ρυθμίσεων λογοδοσίας της αμυντικής πολιτικής της ΕΕ αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπικάλυψης αρμοδιοτήτων, και επαναλαμβάνει ότι εξακολουθεί να μην διαθέτει εντολή ελέγχου επί όλων των εμπλεκόμενων φορέων και μέσων.



