Οι οικονομικοί διευθυντές στην Ελλάδα δίνουν μεγαλύτερο βάρος στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις εξαγορές και στη διαχείριση ρευστότητας, καθώς η εξωτερική αβεβαιότητα αυξάνεται και η αισιοδοξία για τις εταιρικές προοπτικές υποχωρεί. Η έρευνα «Greek CFO Survey 2026» της Deloitte Ελλάδος καταγράφει υψηλή ή πολύ υψηλή αβεβαιότητα για το 64% των συμμετεχόντων, από 44% το 2025, με τον γεωπολιτικό κίνδυνο στην κορυφή των ανησυχιών.
Παρά το πιο επιφυλακτικό κλίμα, οι προσδοκίες για την πορεία των επιχειρήσεων παραμένουν θετικότερες από τις ευρωπαϊκές. Στην έρευνα του Απριλίου του 2026, το 69% ανέμενε αύξηση εσόδων για το επόμενο δωδεκάμηνο, έναντι 59% στην ευρωπαϊκή έρευνα, και το 63% αύξηση EBITDA, έναντι 35%. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί πιθανή προτεραιότητα για το 78%, έναντι 36% στην Ευρώπη, ενώ ενισχύεται η πρόθεση ανάπτυξης μέσω εξαγορών και η έμφαση στην προστασία των περιθωρίων κέρδους.
Ενεργειακό κόστος και γεωπολιτικές πιέσεις
Η ελληνική έρευνα πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά τον Απρίλιο του 2026, για δεύτερη συνεχή χρονιά, με περισσότερους από 100 συμμετέχοντες από οικονομικές διευθύνσεις εταιρειών διαφορετικών μεγεθών και κλάδων. Η ευρωπαϊκή σύγκριση βασίζεται στην ευρύτερη έρευνα της Deloitte, η οποία διεξήχθη τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2026 με περισσότερους από 1.100 CFOs σε 12 χώρες. Οι απαντήσεις αφορούν εκτιμήσεις και προτεραιότητες των στελεχών.
Το 84% θεωρεί τους γεωπολιτικούς κινδύνους σημαντική απειλή για το δωδεκάμηνο αναφοράς της έρευνας, από 68% το 2025, ενώ η ανησυχία για διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα αυξήθηκε από 19% σε 44%. Στις ειδικότερες γεωπολιτικές ανησυχίες προηγούνται οι κλυδωνισμοί στην ενεργειακή τροφοδοσία ή στις τιμές, με 70%, και η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, με 55%.
Οι πιέσεις έχουν ήδη επηρεάσει επιχειρηματικές αποφάσεις. Το 45% αναφέρει μέτρια ή σοβαρή αρνητική επίδραση του υψηλού ενεργειακού κόστους στην κερδοφορία και στις επενδυτικές αποφάσεις για ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις κατά τους προηγούμενους 24 μήνες. Ως προς την αντιμετώπιση των γεωπολιτικών κινδύνων, το 67% έχει προχωρήσει σε ανάλυση σεναρίων και εκτίμηση επιπτώσεων, ενώ το 24% έχει λάβει μέτρα περιορισμού της εξάρτησης από συγκεκριμένες αγορές προμηθειών και πωλήσεων.
Περισσότερη τεχνητή νοημοσύνη, επίμονα κενά στα συστήματα
Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στις οικονομικές διευθύνσεις υπερτριπλασιάστηκε, από 10% το 2025 σε 32% το 2026. Η αξιοποίηση εργαλείων επιχειρηματικής ευφυΐας αυξήθηκε από 53% σε 68% και των εργαλείων χρηματοοικονομικού σχεδιασμού και ανάλυσης από 25% σε 36%. Η άνοδος αυτή συνυπάρχει με εκτεταμένη χρήση υπολογιστικών φύλλων, τα οποία εξακολουθούν να χρησιμοποιεί το 73% των οικονομικών διευθύνσεων.
Η τεχνολογική επέκταση συνοδεύεται από χαμηλότερη ικανοποίηση από τα διαθέσιμα συστήματα. Το ποσοστό όσων δηλώνουν «κυρίως ικανοποιημένοι» υποχώρησε από 20% σε 13%, ενώ η έλλειψη διασύνδεσης των συστημάτων παραμένει η συχνότερη δυσκολία, με 49%. Η αναβάθμιση λογισμικού συγκεντρώνει το 65% των απαντήσεων στις πρωτοβουλίες που μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα της οικονομικής διεύθυνσης.
Ο Κωνσταντίνος Μοτσάκος, Partner, Finance Operate Leader της Deloitte Ελλάδος, θέτει το ζήτημα της εμπιστοσύνης στα αποτελέσματα της τεχνητής νοημοσύνης για τη λήψη αποφάσεων. Συνδέει την αποτελεσματικότητα του μετασχηματισμού με τις διαδικασίες και τη στρατηγική εφαρμογής του, επισημαίνοντας ότι η αβεβαιότητα αφορά την οικονομία, το ρυθμιστικό περιβάλλον, τα μοντέλα διακυβέρνησης και τη διαθεσιμότητα ταλέντων.
Ρευστότητα και βιωσιμότητα στην οικονομική στρατηγική
Η βελτιστοποίηση του κεφαλαίου κίνησης εμφανίζεται ως πιθανή προτεραιότητα για το 62% των συμμετεχόντων, ενώ η ευρύτερη μείωση κόστους συγκεντρώνει το 74%. Η Deloitte συνδέει αυτή την έμφαση με την προσπάθεια απελευθέρωσης εσωτερικών πόρων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, υπό την πίεση του κόστους δανεισμού. Η ενίσχυση του ενδιαφέροντος για εξαγορές αφορά στρατηγικές προθέσεις για το δωδεκάμηνο αναφοράς της έρευνας.
Ο ρόλος της οικονομικής διεύθυνσης διευρύνεται, με το 54% να δηλώνει πολύ ενεργή συμμετοχή στη στρατηγική λήψη αποφάσεων, από 51%. Ωστόσο, το ποσοστό των διευθύνσεων με σαφώς καθορισμένες και τεκμηριωμένες διαδικασίες και ελέγχους υποχώρησε από 50% σε 45%. Η έκθεση συνδέει την εξέλιξη με την αυξημένη πολυπλοκότητα της ενσωμάτωσης μη χρηματοοικονομικών δεδομένων, όπως τα στοιχεία βιωσιμότητας.
Το 72% θεωρεί τη βιωσιμότητα και τη στρατηγική ESG σημαντική ή πολύ σημαντική για την εταιρεία του. Για τη χρηματοδότηση των επόμενων ετών, το 69% εκτιμά ότι η πράσινη χρηματοδότηση και η χρηματοδότηση που συνδέεται με τη βιωσιμότητα θα παίξουν σημαντικό ρόλο, ενώ το 59% επιλέγει τα κρατικά προγράμματα ενίσχυσης. Στις απαιτήσεις ψηφιακής σήμανσης των αναφορών βιωσιμότητας της CSRD, πάντως, το 16% δηλώνει πλήρη άγνοια.




