Σε μία περίοδο έντονων μετασχηματισμών για την παγκόσμια οικονομία, το λιανεμπόριο αποδεικνύει μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, με τη συνολική χρηματιστηριακή αξία των είκοσι μεγαλύτερων ομίλων του κλάδου να έχει υπερτριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, η ικανότητά του να διατηρήσει μια βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία στο μέλλον εξαρτάται πλέον από τον ριζικό επαναπροσδιορισμό των επιχειρηματικών του μοντέλων, όπως καταδεικνύει η νέα έκθεση της EY σε συνεργασία με το World Retail Congress (WRC), με τίτλο «Adapting the Retail Model for a New Growth Plan». Η έκθεση, συνδυάζοντας δεδομένα από παγκόσμιες έρευνες και συνεντεύξεις με ηγετικά στελέχη, χαρτογραφεί τις στρατηγικές προτεραιότητες που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να παραμείνουν ανταγωνιστικές σε ένα περιβάλλον διαρκών προκλήσεων, από τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις πληθωριστικές πιέσεις, μέχρι την άνοδο του ηλεκτρονικού εμπορίου και την πανδημία.
Το οικονομικό κλίμα παραμένει απαιτητικό, με τις προβλέψεις να δείχνουν επιβράδυνση της ανάπτυξης των πωλήσεων λιανικής σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές, και την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Αυτή η αβεβαιότητα αντανακλάται και στην ψυχολογία των ηγετών του κλάδου, καθώς ο δείκτης «EY CEO Confidence Index» του Απριλίου 2025 καταγράφει πτώση της αισιοδοξίας των διευθυνόντων συμβούλων για τον τομέα τους από 87% σε 74% μέσα σε λίγους μήνες, ενώ η εμπιστοσύνη στα έσοδα της ίδιας τους της εταιρείας έπεσε από το 67% στο 38% και στην κερδοφορία από 44% σε 31%. Παράλληλα, το 92% των καταναλωτών παγκοσμίως εκφράζει ανησυχία για την εθνική του οικονομία, σύμφωνα με τον δείκτη «EY Future Consumer Index», γεγονός που προδιαγράφει συγκρατημένη καταναλωτική συμπεριφορά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι στρατηγικές κινήσεις αναδιάρθρωσης αποκτούν κεντρικό ρόλο. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, με έσοδα άνω των δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων, επιδεικνύουν σαφώς μεγαλύτερη αντοχή, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 6,8% την τελευταία πενταετία, έναντι μόλις 0,3% των μικρότερων ανταγωνιστών τους στην κατηγορία εσόδων 500 εκατομμυρίων έως 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων. Για την ενίσχυση της θέσης τους, το 49% των διευθυνόντων συμβούλων σχεδιάζει αποεπενδύσεις από μη βασικές ή ζημιογόνες δραστηριότητες, με κύριο κίνητρο τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων (41%) και την αντιμετώπιση γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων (36%). Ταυτόχρονα, το 58% προγραμματίζει συγχωνεύσεις και εξαγορές, στοχεύοντας κυρίως στην απόκτηση πρόσβασης σε νέες τεχνολογίες (37%), στην ενίσχυση κρίσιμων δυνατοτήτων (35%) και στην επίτευξη κάθετης ενσωμάτωσης στην αλυσίδα αξίας (35%).
Η τεχνολογία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο αυτού του μετασχηματισμού, με τις παγκόσμιες επενδύσεις σε IT στο λιανεμπόριο να αναμένεται να αυξηθούν από 107 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 σε 141 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2032, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,5%. Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο, με το 76% των ηγετών του κλάδου να αισθάνεται βέβαιο για την ικανότητά του να εφαρμόσει λύσεις με μετρήσιμο όφελος, αν και το 62% αναγνωρίζει ότι η τεχνολογία αυτή ενέχει εξίσου μεγάλους κινδύνους όσο και ευκαιρίες. Η υιοθέτησή της από τους καταναλωτές είναι ήδη εκτεταμένη, καθώς το 82% δηλώνει ότι τη χρησιμοποιεί, κυρίως για την εξυπηρέτηση πελατών (31%), για προτάσεις προϊόντων και υπηρεσιών (21%) και για την εύρεση εκπτώσεων (19%). Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να δημιουργήσουν νέες πηγές εσόδων, όπως το retail media, όπου η αξιοποίηση των δεδομένων πελατών για στοχευμένη διαφήμιση αναμένεται να εξελιχθεί σε μια αγορά 166 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2025.
Παράλληλα, ο ρόλος του φυσικού καταστήματος επαναπροσδιορίζεται πλήρως. Αν και οι online πωλήσεις αυξάνονται, τα φυσικά σημεία εξακολουθούν να πραγματοποιούν το 77% του συνολικού τζίρου για το 2025 και μετατρέπονται σε πολυλειτουργικά κέντρα που προσφέρουν ολοκληρωμένες omnichannel εμπειρίες. Γίνονται σημεία παραλαβής ηλεκτρονικών παραγγελιών, κέντρα επισκευής προϊόντων και πλατφόρμες για την παροχή νέων υπηρεσιών, όπως προγράμματα υγείας και ευεξίας. Η στροφή προς την κυκλική οικονομία είναι εξίσου εμφανής, με την αγορά μεταχειρισμένων ειδών ένδυσης να αναπτύσσεται τρεις φορές ταχύτερα από τη συνολική αγορά ένδυσης. Η στρατηγική διεύρυνση είναι κεντρικής σημασίας, καθώς το 68% των CEOs δηλώνει ότι η επέκταση πέρα από τον πυρήνα της δραστηριότητάς τους θα είναι βασικός μοχλός μελλοντικής ανάπτυξης. Αυτό συμπληρώνεται από την ανάπτυξη συνεργατικών οικοσυστημάτων, είτε μέσω συνεργασιών με πλατφόρμες delivery, είτε μέσω της αξιοποίησης των social media για απευθείας πωλήσεις, όπως ήδη πράττουν εταιρείες όπως η Adidas και η H&M μέσω του TikTok Shop.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ian McGarrigle, Πρόεδρος του World Retail Congress, η υιοθέτηση αυτών των νέων μοντέλων αντιμετωπίζει την πρόκληση της κλίμακας. Ακόμα και επιτυχημένα εγχειρήματα αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών εσόδων των μητρικών εταιρειών. Η πραγματική τους αξία, σύμφωνα με την έκθεση, δεν έγκειται στον άμεσο αντίκτυπό τους στον τζίρο, αλλά στην αυξημένη κερδοφορία και στους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης που παρουσιάζουν. Όπως σχολίασε ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος της EY Ελλάδος, «οι πιο επιτυχημένοι και διορατικοί retail οργανισμοί κατανοούν ότι η ανάπτυξη πλέον δεν είναι γραμμική, αλλά πολλαπλών ταχυτήτων: απαιτεί υπομονή, συνεχή επαναξιολόγηση και εστίαση στο πού δημιουργείται πραγματική αξία, είτε αυτό είναι ένα νέο σημείο επαφής, ένα ψηφιακό προϊόν ή μια υπηρεσία που δεν υπήρχε καν πριν από μερικά χρόνια».



