Στο 82% των συνολικών εξαγωγών της χώρας ανέρχεται η συνεισφορά μόλις τριών περιφερειών, της Αττικής, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Πελοποννήσου, αποτυπώνοντας τις σημαντικές περιφερειακές ανισότητες που χαρακτηρίζουν την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της ετήσιας μελέτης του ΣΕΒΕ – Συνδέσμου Εξαγωγέων, με τίτλο «Χαρτογράφηση της εξαγωγικής δραστηριότητας της Ελλάδας ανά περιφέρεια» για την περίοδο 2020-2024. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι ελληνικές εξαγωγές το 2024 διαμορφώθηκαν στα 49,3 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας μείωση 2,2% σε σύγκριση με το 2023, ενώ την ίδια περίοδο το εμπορικό έλλειμμα της χώρας διευρύνθηκε στα 33,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η πορεία των ελληνικών εξαγωγών την τελευταία πενταετία παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις. Από τα 29,3 δισ. ευρώ το 2020, καταγράφηκε ισχυρή ανάκαμψη το 2021, φτάνοντας τα 39,7 δισ. ευρώ (+29,5%), και ακολούθησε ιστορικό υψηλό το 2022 με 55,0 δισ. ευρώ. Στη συνέχεια, οι εξαγωγές υποχώρησαν στα 50,4 δισ. ευρώ το 2023 (-8,3%), με την πτωτική τάση να συνεχίζεται και το 2024. Η αξιακή αυτή συρρίκνωση, σύμφωνα με την ανάλυση, αποδίδεται στην πτώση των διεθνών τιμών των πετρελαιοειδών και των βασικών εμπορευμάτων (commodities), καθώς σε επίπεδο όγκου οι εξαγωγές ήταν αυξημένες. Η εξαγωγική επίδοση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξελίχθηκε από 18,4% το 2020 και 21,7% το 2021, για να διαμορφωθεί στο 22,4% το 2024. Την ίδια χρονιά, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,5% φτάνοντας τα 82,9 δισ. ευρώ, γεγονός που οδήγησε σε διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος κατά 10,3% σε ετήσια βάση.
Κατά την παρουσίαση της μελέτης, η οποία συνδιοργανώθηκε με την Αντιπεριφέρεια Εξωστρέφειας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης, επεσήμανε πως ο Σύνδεσμος είναι ο μοναδικός φορέας που επεξεργάζεται τα εμπορευματικά δεδομένα για το σύνολο των 13 περιφερειών, προσφέροντας ένα κρίσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Από την πλευρά του, ο Αντιπεριφερειάρχης Εξωστρέφειας, Μπράνισλαβ Πρέλεβιτς, χαρακτήρισε την εξωστρέφεια θεμελιώδη μοχλό για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, υπογραμμίζοντας τη χρησιμότητα της χαρτογράφησης για τον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων πολιτικών.
Σε επίπεδο κλάδων, τα πετρελαιοειδή διατηρούν την πρωτοκαθεδρία, με εξαγωγές 14,9 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 30,2% του συνόλου. Ακολουθεί ο κλάδος των τροφίμων με μερίδιο 18,8% και με ιδιαίτερη σημασία για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, όπου αποτελεί το 35,4% των εξαγωγών της, και για την Περιφέρεια Θεσσαλίας, όπου ο κλάδος κυριαρχεί με ποσοστό 63,6%. Τρίτος σημαντικότερος κλάδος είναι τα χημικά και πλαστικά με μερίδιο 13,4% και με σημαντική τη συμμετοχή των Περιφερειών Κρήτης (20,8%) και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (14,5%) στη διαμόρφωση των εξαγωγών του. Οι κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας για το 2024 ήταν η Ιταλία (10,6%), η Γερμανία (7,0%) και η Κύπρος (6,3%).
Η περιφερειακή ανάλυση επιβεβαιώνει την εικόνα της συγκέντρωσης. Η Αττική, παρά τη μείωση κατά 3,2%, συνεισφέρει το 55% των εθνικών εξαγωγών με 27,1 δισ. ευρώ, ενώ παράγει εμπορικό έλλειμμα 30,2 δισ. ευρώ. Η Κεντρική Μακεδονία κατέγραψε άνοδο 2,1% στα 8,1 δισ. ευρώ και η Πελοπόννησος σημείωσε πτώση 3,5% στα 5,2 δισ. ευρώ, αν και οι εξαγωγές της, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών που αποτελούν το 74% του συνόλου της, αυξήθηκαν κατά 15,6%. Στην τέταρτη θέση βρέθηκε η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας με εξαγωγές 2,3 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 3,9%, με κυρίαρχους κλάδους τα μέταλλα (44,2%) και τα τρόφιμα (17,4%). Ακολούθησε η Θεσσαλία με αμετάβλητες εξαγωγές στα 2,0 δισ. ευρώ.
Στις υπόλοιπες θέσεις, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη αύξησε τις εξαγωγές της κατά 12,9% ξεπερνώντας το 1,2 δισ. ευρώ και πετυχαίνοντας εμπορικό πλεόνασμα 67,7 εκατ. ευρώ. Η Κρήτη, αντίθετα, κατέγραψε σημαντική μείωση 27,0% στα 835 εκατ. ευρώ, λόγω της πτώσης στον κλάδο των τροφίμων. Η Δυτική Ελλάδα βρέθηκε στην όγδοη θέση με εξαγωγές 834,1 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 13,0%. Η Ήπειρος εμφάνισε ελαφρά πτώση στα 559,3 εκατ. ευρώ, διατηρώντας ωστόσο πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο. Τη μεγαλύτερη θετική μεταβολή σημείωσε το Νότιο Αιγαίο με αύξηση 26,8% στα 390,1 εκατ. ευρώ, χάρη στα πετρελαιοειδή. Τέλος, αμετάβλητες παρέμειναν οι εξαγωγές της Δυτικής Μακεδονίας (364,5 εκατ. ευρώ), ενώ πτώση 11,4% εμφάνισαν τα Ιόνια Νησιά (275,1 εκατ. ευρώ) και τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση κατέγραψε το Βόρειο Αιγαίο (-28,7%) με εξαγωγές μόλις 79,5 εκατ. ευρώ.



