Με την ολοκλήρωση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP30) στο Μπελέμ της Βραζιλίας, οι χώρες κατέληξαν σε μια ιστορική συμφωνία για τη χρηματοδότηση, ωστόσο το τελικό κείμενο δεν περιέλαβε ρητή δέσμευση για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων. Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται ο φιλόδοξος στόχος για την κινητοποίηση 1,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως έως το 2035, ποσό που κρίνεται απαραίτητο για την κλιμάκωση της κλιματικής δράσης παγκοσμίως. Οι μαραθώνιες διαπραγματεύσεις κατέληξαν στο κείμενο «Mutirão», μια συναινετική συμφωνία που ενσωματώνει τέσσερις βασικούς διαπραγματευτικούς άξονες, δίνοντας έμφαση στην οικονομική αλληλεγγύη και τις επενδύσεις. Παράλληλα, θεσμοθετήθηκαν κρίσιμοι μηχανισμοί, όπως ο διπλασιασμός της χρηματοδότησης για την προσαρμογή έως το 2025 και ο τριπλασιασμός της έως το 2035, καθώς και η επιχειρησιακή λειτουργία και οι κύκλοι αναπλήρωσης του Ταμείου Απωλειών και Ζημιών.
Παρά τις υψηλές προσδοκίες και την πίεση από την κοινωνία των πολιτών και περισσότερες από 80 χώρες που στήριξαν την πρόταση της Βραζιλίας, η τελική απόφαση δεν περιέλαβε σαφές χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Το κείμενο που υιοθετήθηκε παραπέμπει στη «Συναίνεση των ΗΑΕ» της COP28, καλώντας σε μετάβαση για την απομάκρυνση από αυτά, καθώς η αναφορά σε επίσημο οδικό χάρτη αφαιρέθηκε από το προσχέδιο τις τελευταίες ώρες. Η επιστημονική κοινότητα αντέδρασε έντονα, με τον διακεκριμένο επιστήμονα Κάρλος Νόμπρε να προειδοποιεί ότι η χρήση ορυκτών καυσίμων πρέπει να μηδενιστεί έως το 2040 ή το αργότερο το 2045. Σύμφωνα με τον ίδιο, οποιαδήποτε καθυστέρηση θα οδηγούσε σε καταστροφική αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,5°C, προκαλώντας την κατάρρευση του τροπικού δάσους του Αμαζονίου, την απώλεια των κοραλλιογενών υφάλων και την επιταχυνόμενη τήξη του παγοκαλύμματος της Γροιλανδίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο, καταθέτοντας τη νέα της Εθνικά Καθορισμένη Συνεισφορά (NDC) που προβλέπει μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 66,25% έως 72,5% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 μέχρι το 2035, ενώ προωθεί εσωτερικά τον στόχο μείωσης κατά 90% έως το 2040. Η ΕΕ τόνισε ότι έχει ήδη επιτύχει μείωση εκπομπών κατά 37% από το 1990 ενώ η οικονομία της αναπτύχθηκε κατά 71%, αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη μπορεί να αποσυνδεθεί από τους ρύπους. Ως ο μεγαλύτερος χρηματοδότης διεθνώς, διέθεσε 31,7 δισεκατομμύρια ευρώ από δημόσιους πόρους το 2024 και κινητοποίησε επιπλέον 11 δισεκατομμύρια από ιδιωτικά κεφάλαια. Επιπλέον, στήριξε τη Διακήρυξη για τις Αγορές Συμμόρφωσης Άνθρακα και παρουσίασε την έκθεση για το Παγκόσμιο Καθεστώς Μεθανίου, η οποία καταγράφει την πρόοδο προς τον στόχο μείωσης κατά 30% έως το 2030.
Για την επιτάχυνση της εφαρμογής των συμφωνηθέντων, αποφασίστηκε η δημιουργία του Παγκόσμιου Επιταχυντή Εφαρμογής και της Αποστολής του Μπελέμ για τον 1,5°C, που θα βοηθήσουν τις χώρες να υλοποιήσουν τα εθνικά τους σχέδια. Σημαντική καινοτομία αποτελεί η πρώτη επίσημη δέσμευση για την καταπολέμηση της κλιματικής παραπληροφόρησης, με στόχο την προστασία της επιστημονικής αλήθειας. Παράλληλα, συμφωνήθηκε η ανάπτυξη ενός μηχανισμού δίκαιης μετάβασης, ο οποίος αναγνωρίζει ρητά τη σημασία των ανθρωπίνων και εργασιακών δικαιωμάτων, της ισότητας των φύλων και του κοινωνικού διαλόγου, διασφαλίζοντας ότι η στροφή προς την πράσινη οικονομία θα γίνει με τρόπο που δεν θα αφήνει κανέναν στο περιθώριο, ενισχύοντας την τεχνική υποστήριξη και την ανάπτυξη ικανοτήτων.
Εκτός των κεντρικών διαπραγματεύσεων, η «Ατζέντα Δράσης» της Βραζιλιάνικης Προεδρίας κινητοποίησε σημαντικούς πόρους μέσω εθελοντικών δεσμεύσεων. Το Ταμείο «Tropical Forests Forever» συγκέντρωσε 5,5 δισεκατομμύρια δολάρια με τη συμμετοχή 53 χωρών, με πρόβλεψη το 20% των πόρων να κατευθύνεται απευθείας σε αυτόχθονες πληθυσμούς. Το Σχέδιο Δράσης του Μπελέμ για την Υγεία εξασφάλισε 300 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η συμμαχία εταιρειών κοινής ωφέλειας UNEZA δεσμεύτηκε για ετήσιες επενδύσεις 66 δισεκατομμυρίων σε ΑΠΕ και 82 δισεκατομμυρίων σε δίκτυα. Σημαντική ήταν και η συνεισφορά πόλεων και περιφερειών, όπου ένας συνασπισμός που καλύπτει 25.000 κτίρια ανέφερε μείωση 850.000 τόνων διοξειδίου του άνθρακα μόνο για το έτος 2024.
Το κλίμα των διαπραγματεύσεων ήταν φορτισμένο, με τον Πρόεδρο της Βραζιλίας Λούλα ντα Σίλβα να έχει χαρακτηρίσει τη σύνοδο ως την «COP της αλήθειας». Στην τελική ολομέλεια, ο Πρόεδρος της COP30, Αντρέ Κορέα ντο Λάγκο, αναγνώρισε τα κενά της συμφωνίας απευθυνόμενος στη νεολαία: «Ξέρω ότι η κοινωνία των πολιτών της νεολαίας θα απαιτήσει από εμάς να κάνουμε περισσότερα… Θέλω να επιβεβαιώσω ότι θα προσπαθήσω να μην σας απογοητεύσω». Ανακοίνωσε μάλιστα δύο νέους οδικούς χάρτες, έναν για την αναστροφή της αποψίλωσης και έναν για τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα. Ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το κλίμα, Σάιμον Στιλ, σημείωσε πως «μια νέα οικονομία αναδύεται ενώ η παλιά ρυπογόνα ξεμένει από δρόμο», τονίζοντας ότι οι επενδύσεις στις ΑΠΕ είναι πλέον διπλάσιες από αυτές στα ορυκτά καύσιμα.
Η σύνοδος διεξήχθη υπό τη σκιά γεωπολιτικών εντάσεων, διαμαρτυριών από αυτόχθονες ομάδες και μιας πυρκαγιάς που διέκοψε προσωρινά τις εργασίες. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, δήλωσε πως η συμφωνία αποδεικνύει ότι η πολυμέρεια είναι ζωντανή, αλλά προειδοποίησε αυστηρά ότι «δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι η COP30 έφερε όλα όσα χρειάζονται». Υπογράμμισε ότι η υπέρβαση του 1,5°C αποτελεί άμεσο κίνδυνο και ότι απαιτούνται βαθιές, ταχείες μειώσεις εκπομπών. Κλείνοντας, έστειλε μήνυμα σε όσους κινητοποιήθηκαν λέγοντας: «Μην τα παρατάτε. Η ιστορία και τα Ηνωμένα Έθνη είναι με το μέρος σας», καθιστώντας σαφές ότι αν και η COP30 τελείωσε, το έργο για τη διάσωση του πλανήτη συνεχίζεται.



