Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κινήθηκαν οι δαπάνες για την Έρευνα και την Ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024, με το συνολικό ποσό να εκτιμάται στα 403 δισεκατομμύρια ευρώ. Η επίδοση αυτή αντιπροσωπεύει μια αύξηση της τάξεως του 3,6% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ σε βάθος δεκαετίας η άνοδος είναι εντυπωσιακή, αγγίζοντας το 59,6% σε σχέση με το 2014. Ωστόσο, τα στοιχεία της Eurostat διευκρινίζουν ότι οι υπολογισμοί αυτοί γίνονται σε τρέχουσες τιμές, γεγονός που σημαίνει ότι η ονομαστική αύξηση αντικατοπτρίζει εν μέρει και τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών, πέραν της πραγματικής αύξησης των επενδύσεων. Σε επίπεδο κατά κεφαλήν δαπάνης, αντιστοιχούν πλέον 897 ευρώ σε κάθε κάτοικο της ΕΕ για ερευνητικούς σκοπούς, ποσό σημαντικά αυξημένο έναντι των 562 ευρώ που καταγράφονταν πριν από δέκα χρόνια.
Ως προς τον δείκτη έντασης Έρευνας και Ανάπτυξης, ο οποίος εκφράζει τις δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, το 2024 έκλεισε στο 2,24%, παρουσιάζοντας οριακή υποχώρηση σε σχέση με το 2,26% του 2023, αλλά σαφή βελτίωση από το 2,09% του 2014. Παρά τη θετική μακροπρόθεσμη τάση, η Ευρώπη εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά έναντι των βασικών διεθνών ανταγωνιστών της. Η Νότια Κορέα ηγείται παγκοσμίως με ποσοστό 4,96%, ακολουθούμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες με 3,45% και την Ιαπωνία με 3,44% (στοιχεία 2023). Ιδιαίτερη σημασία έχει η περίπτωση της Κίνας, η οποία ξεκίνησε από το 1,96% το 2014, συγκλίνοντας γρήγορα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, για να ξεπεράσει τελικά την ΕΕ το 2020 και να φτάσει στο 2,58% το 2023, διευρύνοντας το χάσμα ανταγωνιστικότητας.
Η ανάλυση των επιδόσεων ανά κράτος-μέλος αναδεικνύει σημαντικές γεωγραφικές αποκλίσεις. Η Σουηδία βρίσκεται στην κορυφή με ένταση 3,57%, ακολουθούμενη από το Βέλγιο με 3,36% και την Αυστρία με 3,26%. Συνολικά έξι χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Φινλανδίας, της Γερμανίας και της Δανίας, έχουν επιτύχει τον στρατηγικό στόχο του 3% που έχει θέσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Στον αντίποδα, επτά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων η Ρουμανία, η Μάλτα, η Κύπρος και η Βουλγαρία, καταγράφουν ποσοστά κάτω του 1%. Αξιοσημείωτη είναι η επίδοση της Ελλάδας, η οποία κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ κατά την τελευταία δεκαετία, ενισχύοντας τον δείκτη της κατά 0,69 ποσοστιαίες μονάδες, πίσω μόνο από το Βέλγιο που σημείωσε άνοδο 1,00 μονάδας.
Σε επίπεδο φορέων εκτέλεσης της έρευνας, ο επιχειρηματικός τομέας παραμένει ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών. Η συνεισφορά των επιχειρήσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ αυξήθηκε από 1,34% το 2014 σε 1,49% το 2024, σημειώνοντας συνολική άνοδο 11,19%. Ακολουθεί ο τομέας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με σταθερή πορεία στο 0,48% του ΑΕΠ, ενώ ο κρατικός τομέας σημείωσε μικρή πτώση στο 0,24%. Η υστέρηση της ΕΕ έναντι των ανταγωνιστών της εντοπίζεται κυρίως εδώ: ενώ στην Ευρώπη οι επιχειρηματικές δαπάνες έρευνας είναι στο 1,49% του ΑΕΠ, στη Νότια Κορέα εκτινάσσονται στο 3,93%, στην Ιαπωνία στο 2,72% και στις ΗΠΑ στο 2,70%, υποδεικνύοντας ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι ο κινητήριος μοχλό στις ανταγωνίστριες οικονομίες.
Εξετάζοντας τις πηγές χρηματοδότησης για το 2023, το 56,7% των συνολικών κονδυλίων στην ΕΕ προήλθε από επιχειρήσεις, το 30,1% από κρατικούς πόρους και το 10,9% από το εξωτερικό. Ωστόσο, η εικόνα αυτή διαφοροποιείται έντονα ανά χώρα. Στη Σουηδία και τη Γερμανία, η επιχειρηματική χρηματοδότηση ξεπερνά το 60%. Αντιθέτως, η Ελλάδα διαφοροποιείται δομικά, καθώς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο κράτος, το οποίο χρηματοδοτεί το 41,6% της έρευνας, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ μετά το Λουξεμβούργο (50%). Παράλληλα, χώρες όπως η Ιρλανδία και η Βουλγαρία παρουσιάζουν υψηλή εξάρτηση από κεφάλαια του εξωτερικού, με τα ποσοστά να φτάνουν το 42,4% και 41,9% αντίστοιχα.
Στο πολιτικό πεδίο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει την έρευνα στο επίκεντρο των κατευθυντήριων γραμμών για την περίοδο 2024-2029, στοχεύοντας στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Κεντρικό εργαλείο αποτελεί το πρόγραμμα «Horizon Europe», με προϋπολογισμό 95,5 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2021-2027. Παρά την πρόοδο, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι απαιτείται επιτάχυνση των επενδύσεων ώστε η Ευρώπη να παραμείνει στην αιχμή των εξελίξεων μεταξύ αναδυόμενων επιστημών και βιομηχανίας, αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της τεχνολογικής επανάστασης.



