Μια εντυπωσιακή συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε ελάχιστους επιχειρηματικούς ομίλους αποκαλύπτουν τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2024, σκιαγραφώντας την εικόνα της ευρωπαϊκής αγοράς. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δραστηριοποιούνται πλέον 33,5 εκατομμύρια επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν 164,2 εκατομμύρια εργαζομένους και καταγράφουν συνολικό καθαρό κύκλο εργασιών ύψους 38,7 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, η κατανομή αυτού του πλούτου είναι εξαιρετικά ανισομερής. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή όσες απασχολούν άνω των 249 ατόμων, αν και αποτελούν μόλις το 0,2% του συνόλου, παράγουν περισσότερο από το μισό του ευρωπαϊκού τζίρου, φτάνοντας το 51,3% ή τα 19,9 τρισεκατομμύρια ευρώ. Οι όμιλοι αυτοί διατηρούν κομβικό ρόλο και στην εργασία, απασχολώντας το 36,3% του δυναμικού, δηλαδή 59,7 εκατομμύρια πολίτες.
Στον αντίποδα, οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις επιβεβαιώνουν τον ρόλο τους ως ο βασικός εργοδότης της ηπείρου, παρά το δυσανάλογα μικρό μερίδιό τους στα έσοδα. Η κατηγορία αυτή, που περιλαμβάνει εταιρείες με προσωπικό έως 49 άτομα, συνιστά τη συντριπτική πλειονότητα του επιχειρηματικού ιστού καλύπτοντας το 99,0% των νομικών οντοτήτων. Οι μονάδες αυτές προσφέρουν εργασία σε σχεδόν 80 εκατομμύρια ανθρώπους, ποσοστό που αγγίζει το 48,5% του συνόλου. Παρ’ όλα αυτά, η συμβολή τους στον καθαρό κύκλο εργασιών περιορίστηκε στο 31,5%, ήτοι 12,2 τρισεκατομμύρια ευρώ. Στο ενδιάμεσο βρίσκονται οι μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες εισφέρουν το 17,2% του τζίρου και απασχολούν το 15,2% των εργαζομένων, διατηρώντας μια πιο ισορροπημένη οικονομική παρουσία.
Η κλαδική ανάλυση για το 2024 αναδεικνύει την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των υπηρεσιών, οι οποίες κατέγραψαν τον υψηλότερο κύκλο εργασιών ύψους 12,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Ο τομέας αυτός συγκεντρώνει το 63,4% των επιχειρήσεων και απορροφά το 52,7% της απασχόλησης, προσφέροντας 86,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Από την άλλη πλευρά, η βιομηχανία αποδεικνύεται εξαιρετικά αποδοτική: με μόλις 2,5 εκατομμύρια επιχειρήσεις, παρήγαγε το 31,7% του τζίρου, φτάνοντας τα 12,3 τρισεκατομμύρια ευρώ και πλησιάζοντας τις επιδόσεις των υπηρεσιών. Το εμπόριο συνέβαλε με 11,5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι κατασκευές, αν και αριθμούν 4 εκατομμύρια επιχειρήσεις, περιορίστηκαν στο χαμηλότερο μερίδιο τζίρου με 2,3 τρισεκατομμύρια ευρώ, απασχολώντας το 8,5% του εργατικού δυναμικού.
Εμβαθύνοντας στα ποιοτικά δεδομένα του 2023, η μεταποίηση αναδεικνύεται ως ο ηγέτης στην προστιθέμενη αξία με 2.470 δισεκατομμύρια ευρώ, ακολουθούμενη από το εμπόριο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, οι οποίες κατέλαβαν την τρίτη θέση σε αξία με 955,7 δισεκατομμύρια ευρώ, παρότι βρίσκονται μόλις στη δέκατη θέση ως προς την απασχόληση. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει υψηλή φαινομενική παραγωγικότητα, σε αντίθεση με τον κλάδο μεταφοράς και αποθήκευσης που εμφανίζει τη μεγαλύτερη αρνητική απόκλιση μεταξύ αξίας και απασχόλησης. Σημαντική παρουσία έχουν και οι επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες, οι οποίες αποτελούν το 15,6% των επιχειρήσεων και κατέχουν την τέταρτη θέση σε προστιθέμενη αξία.
Οι μισθολογικές ανισότητες στην Ευρώπη παραμένουν έντονες, με το μέσο κόστος προσωπικού να ποικίλλει δραματικά ανάλογα με τον κλάδο και τη γεωγραφική θέση. Στον χρηματοπιστωτικό τομέα το μέσο κόστος ανήλθε στα 78.350 ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ στον κλάδο της φιλοξενίας ήταν μόλις 22.150 ευρώ. Ακόμα πιο εντυπωσιακές είναι οι γεωγραφικές αποκλίσεις: στον τομέα της πληροφορικής, το κόστος στην Ιρλανδία έφτασε τα 97.900 ευρώ έναντι 30.500 ευρώ στην Κροατία. Αντίστοιχα στη μεταποίηση, η Δανία κατέγραψε 79.250 ευρώ ανά εργαζόμενο, όταν στη Βουλγαρία το ποσό ήταν μόλις 13.200 ευρώ. Η υψηλότερη μισθολογικά προσαρμοσμένη παραγωγικότητα καταγράφηκε στην ενέργεια (387%), ενώ ορισμένες υπηρεσίες κινήθηκαν κάτω από το 100%.
Ένας κρίσιμος δείκτης για τη βιωσιμότητα είναι το ακαθάριστο λειτουργικό περιθώριο, που αποτυπώνει την κερδοφορία των πωλήσεων. Το εμπόριο εμφάνισε το χαμηλότερο ποσοστό (5,8%) λόγω του μεγάλου όγκου συναλλαγών, ενώ η διαχείριση ακίνητης περιουσίας το υψηλότερο (35,5%). Σε επίπεδο μεγέθους, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κυριάρχησαν σε θέσεις εργασίας στο εμπόριο (19,9 εκατομμύρια) και στη μεταποίηση (15,4 εκατομμύρια). Ωστόσο, οι μεγάλες επιχειρήσεις διατήρησαν την πλειοψηφία των εργαζομένων σε στρατηγικούς κλάδους έντασης κεφαλαίου, όπως η εξόρυξη, η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και η διαχείριση υδάτων, επιβεβαιώνοντας τον δομικό τους ρόλο στις υποδομές της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η δημογραφική εικόνα των επιχειρήσεων για το 2023 χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα, με τον ρυθμό ίδρυσης νέων εταιρειών να φτάνει το 10,5% στην ΕΕ. Η Λιθουανία κατέγραψε το ρεκόρ γεννήσεων με 19,6%, ενώ το μέσο μέγεθος των νέων εταιρειών ήταν εξαιρετικά μικρό, μόλις 1,1 άτομα. Το ποσοστό διαγραφών ανήλθε στο 8,5%, με την Ελλάδα να σημειώνει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά “θνησιμότητας” επιχειρήσεων (3,4%), μαζί με την Ουγγαρία και την Ολλανδία. Αντίθετα, ισχυρές οικονομίες όπως η Γερμανία, η Δανία και η Πολωνία κατέγραψαν αρνητικό ισοζύγιο, με τις διαλύσεις να ξεπερνούν τις ενάρξεις, γεγονός που προβληματίζει τους χαράσσοντες πολιτική.



