Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταγράφει σημαντική υστέρηση στον κρίσιμο τομέα της παραγωγικότητας δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αποτελώντας τη μοναδική εξαίρεση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που βρέθηκαν σε καθεστώς μνημονίων και έχουν πλέον ανακάμψει. Σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), το 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει έως και 18% χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2009. Η μελέτη καταδεικνύει ότι, παρά τη μερική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, κανένας βασικός δείκτης δεν έχει επιστρέψει στην αφετηρία, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη διαπίστωση προηγούμενης έρευνας ότι το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει μειωμένο κατά 15%. Ειδικότερα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο υπολείπεται κατά 18% από τα επίπεδα του 2009, ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, που λαμβάνει υπόψη την ένταση της απασχόλησης, βρίσκεται 14% χαμηλότερα, επιβεβαιώνοντας πως η απόσταση για τη σύγκλιση με τα ιστορικά επίπεδα της χώρας παραμένει μεγάλη.
Η κλαδική ανάλυση αποκαλύπτει μια εξαιρετικά ανομοιογενή εικόνα, με τη μεγαλύτερη υστέρηση να καταγράφεται στους τομείς των υπηρεσιών και του εμπορίου, δημιουργώντας μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Ο κλάδος που περιλαμβάνει το εμπόριο, τις μεταφορές και την εστίαση σημειώνει τη βαρύτερη απώλεια, καθώς η παραγωγικότητα βρίσκεται 38,5% χαμηλότερα από το 2009, ενώ ακολουθούν οι επαγγελματικές και διοικητικές υπηρεσίες με πτώση 37%. Αντιθέτως, ο μοναδικός κλάδος που έχει κατορθώσει να ξεπεράσει σαφώς τα προ κρίσης επίπεδα είναι αυτός των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με αύξηση 7%, ενώ η βιομηχανία και ο πρωτογενής τομέας επέδειξαν ανθεκτικότητα με οριακές μόνο απώλειες. Η διαφοροποίηση αυτή εξηγείται από τον χαρακτήρα των συγκεκριμένων κλάδων ως διεθνώς εμπορεύσιμων, καθώς η δυνατότητα εξαγωγών επέτρεψε τη διατήρηση των τιμών και της παραγωγικότητας, προστατεύοντάς τους από την καθίζηση της εσωτερικής ζήτησης που έπληξε σφοδρά τους μη εμπορεύσιμους κλάδους των υπηρεσιών.
Καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της συνολικής παραγωγικότητας αποδεικνύεται το μέγεθος των επιχειρήσεων, με τα διαθέσιμα στοιχεία να αποκαλύπτουν ένα διευρυμένο χάσμα αποδοτικότητας στην ελληνική αγορά. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, που απασχολούν από 1 έως 9 άτομα, εμφανίζουν τη μεγαλύτερη υστέρηση της τάξης του 15% και παραμένουν καθηλωμένες σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, κοντά στις 11.000 ευρώ ανά εργαζόμενο. Στον αντίποδα, οι μεγάλες επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους έχουν ουσιαστικά ανακτήσει τα επίπεδα του 2009, με οριακή απόκλιση -2%, ενώ η παραγωγικότητά τους ανέρχεται σε περίπου 51.000 ευρώ. Η τεράστια αυτή διαφορά, που υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, αναδεικνύει τον κατακερματισμό της ελληνικής επιχειρηματικότητας ως μια από τις βασικότερες δομικές αδυναμίες, καθώς οι μικρότερες μονάδες αδυνατούν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς τεχνολογικής αναβάθμισης και οικονομιών κλίμακας των μεγαλύτερων εταιρικών σχημάτων.
Ως προς τη διάρθρωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, η Ελλάδα διαφοροποιείται αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, διατηρώντας χαρακτηριστικά που εμποδίζουν την ταχεία αύξηση της προστιθέμενης αξίας. Ο τομέας του εμπορίου, των μεταφορών και της εστίασης συνεισφέρει το 21,4% του ελληνικού ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 16,9% της ΕΕ-27, φέρνοντας τη χώρα στην τρίτη υψηλότερη θέση στην Ευρώπη. Αντίθετα, η συμμετοχή των κατασκευών περιορίζεται στο 1,9%, αποτελώντας τη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ, ενώ οι επαγγελματικές υπηρεσίες κινούνται επίσης χαμηλά στο 5,9%. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν μια ήπια μετατόπιση του παραγωγικού μοντέλου την τελευταία πενταετία προς υπηρεσίες υψηλότερης αξίας και μεταποίηση, χωρίς όμως να έχουν εξαλειφθεί οι σημαντικές δομικές αποκλίσεις από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, γεγονός που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας.
Το κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης συμπυκνώνεται στη διαπίστωση ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει ανακτήσει την παραγωγικότητα που διέθετε πριν από δεκαπέντε χρόνια, στοιχείο που ναρκοθετεί τη μελλοντική ευημερία. Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, η χαμηλή παραγωγικότητα, ιδιαίτερα στους κλάδους έντασης εργασίας, λειτουργεί ως βασική τροχοπέδη για την αύξηση των μισθών και την επίτευξη ισχυρής ανάπτυξης. Η μελέτη καταλήγει στο ότι η μακροχρόνια ενίσχυση των εισοδημάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξέλιξη της παραγωγικότητας και όχι απλώς με συγκυριακές παρεμβάσεις. Ως εκ τούτου, κρίνεται επιβεβλημένη η προτεραιοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα στοχεύουν στην ενίσχυση των επενδύσεων, της καινοτομίας και κυρίως της μεγέθυνσης των επιχειρήσεων, ώστε να καλυφθεί το χαμένο έδαφος και να συγκλίνει η χώρα με τα διεθνή δεδομένα.



