Σύμφωνα με έκθεση της Eurobank Research, η Ελλάδα παραμένει ο μεγαλύτερος αναλογικά δικαιούχος πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) στην Ευρώπη. Οι συνολικοί πόροι ανέρχονται σε €35,95 δισ, ποσό που αντιστοιχεί στο 16,0% του ΑΕΠ της χώρας για το 2023, έναντι μόλις 3,7% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ-27. Από το σύνολο αυτό, τα €18,22 δισ. αφορούν επιχορηγήσεις και τα €17,73 δισ. δάνεια. Μέχρι τις 7 Ιανουαρίου 2026, είχαν εκταμιευθεί προς την Ελλάδα €23,44 δισ. καλύπτοντας το 65,1% των συνολικών πόρων, επίδοση που κατατάσσει τη χώρα στην 9η θέση μεταξύ των κρατών-μελών.
Αναφορικά με την επίτευξη των απαιτούμενων οροσήμων και στόχων, η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει 178 από τα συνολικά 382, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 46,6% του συνόλου. Η επίδοση αυτή υπολείπεται του μέσου όρου της ΕΕ-27, ο οποίος διαμορφώνεται στο 48,8%, κατατάσσοντας την Ελλάδα στη 17η θέση. Η Eurobank Research επισημαίνει ότι η χώρα έχει υποχωρήσει από τις υψηλότερες θέσεις που κατείχε στο τέλος του 2023, γεγονός που αποδίδεται στη φύση των εναπομεινάντων οροσήμων. Πλέον, απαιτείται η υλοποίηση σύνθετων επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, όπως η ολοκλήρωση του κτηματολογίου, σε αντίθεση με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της πρώτης περιόδου.
Σε επίπεδο επιμέρους πυλώνων, η ελληνική επίδοση παρουσιάζει μικτή εικόνα συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η χώρα υπερέχει στους πυλώνες «Έξυπνη, βιώσιμη ανάπτυξη» με ποσοστό ολοκλήρωσης 55,9% και «Πράσινη μετάβαση» με 48,2%. Αντιθέτως, καταγράφονται χαμηλότερα ποσοστά στον «Ψηφιακό μετασχηματισμό» (40,5%), στην «Κοινωνική συνοχή» (38,1%) και στις «Πολιτικές για την επόμενη γενιά» (22,2%). Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι καθυστερήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο οφείλονται κυρίως στον πληθωρισμό, τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και τη διοικητική πολυπλοκότητα των κανόνων δημοσίων συμβάσεων.
Εξετάζοντας την πορεία των εκταμιεύσεων από την ΕΕ προς την Ελλάδα για την περίοδο 2021-2024, παρατηρείται ταχύτερη ροή στα δάνεια σε σχέση με τις επιχορηγήσεις. Συγκεκριμένα, έχει εκταμιευθεί το 54,3% των δανείων, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 που βρίσκεται στο 37,4%. Στο σκέλος των επιχορηγήσεων, η Ελλάδα έχει λάβει το 47,2% των εγκεκριμένων πόρων (€8,59 δις), εμφαζίζοντας απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που έφτασε το 54,9% το 2024. Η ανάλυση δείχνει ότι, με εξαίρεση το 2021, οι εκταμιεύσεις δανείων υπερτερούν σταθερά έναντι των επιχορηγήσεων.
Όσον αφορά την πραγματική χρήση των πόρων, δηλαδή τη διοχέτευσή τους στην πραγματική οικονομία, η Ελλάδα έχει χρησιμοποιήσει συνολικά €7,75 δισ. ήτοι το 21,6% των πόρων. Ειδικότερα, στο σκέλος των δανείων η χρήση ανέρχεται στο 14,9%, επίδοση οριακά καλύτερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (14,2%), ενώ στις επιχορηγήσεις το ποσοστό χρήσης περιορίζεται στο 28,0%, έναντι 46,4% στην ΕΕ. Ωστόσο, σημειώνεται βελτίωση τα τελευταία έτη, καθώς το 2024 το ετήσιο ποσοστό χρήσης επιχορηγήσεων στην Ελλάδα ξεπέρασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ποιοτική σύνθεση των δαπανών των επιχορηγήσεων του ΤΑΑ στην Ελλάδα. Το 88,2% των χρησιμοποιηθέντων πόρων κατευθύνεται σε κεφαλαιακές μεταβιβάσεις (επενδυτικές επιχορηγήσεις), ποσοστό που είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ-27, όπου ο μέσος όρος είναι 50,2%. Αντίθετα, μόλις το 5,2% αφορά άμεσες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου από το δημόσιο. Στο σκέλος των δανείων, το 96,4% των πόρων αφορά την παροχή δανείων μέσω του τραπεζικού συστήματος και άλλες χρηματοοικονομικές κινήσεις, με ελάχιστο ποσοστό να καλύπτει τρέχουσες δαπάνες.
Η Eurobank Research καταλήγει ότι η ταχύτητα απορρόφησης πρέπει να συνδυαστεί με την αποτελεσματικότητα, δεδομένης της καταληκτικής ημερομηνίας της 31ης Αυγούστου 2026. Κρίνεται αναγκαία η κατεύθυνση των πόρων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Παράλληλα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό +2,0% το τρίτο τρίμηνο του 2025, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,2% τον Νοέμβριο του 2025 και ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,8% την ίδια περίοδο.



