177 ημέρες εργάστηκαν για το κράτος οι Έλληνες φορολογούμενοι κατά τη διάρκεια του 2025, σύμφωνα με τη μελέτη «Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας 2025» που δημοσίευσε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ). Βάσει των απολογιστικών στοιχείων, η φορολογική επιβάρυνση εμφανίζεται μειωμένη κατά δύο ημέρες σε σύγκριση με το 2024 και κατά τρεις ημέρες σε σχέση με το 2019. Παρά την καταγεγραμμένη βελτίωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με την υψηλότερη επιβάρυνση από φόρους και εισφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταλαμβάνοντας τη 10η θέση ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη. Η μελέτη, την οποία υπογράφουν ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, και ο Επικεφαλής Ερευνητής, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, βασίζεται στη διεθνή μεθοδολογία του Tax Foundation.
Οι προβλέψεις για τα επόμενα έτη δείχνουν ότι η τάση αποκλιμάκωσης του φορολογικού βάρους αναμένεται να συνεχιστεί. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας θα αντιστοιχεί σε περίπου 174 ημέρες το 2026 και σε 172 ημέρες το 2027. Η ανάλυση αξιοποιεί τα πλέον πρόσφατα μακροοικονομικά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με αυτά, η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα για το 2025 ανήλθε στο 48,6% του Καθαρού Εθνικού Εισοδήματος, ποσοστό που υπολείπεται ελαφρώς του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 49,9%. Ωστόσο, η θέση της χώρας στην κατάταξη παραμένει υψηλή λόγω της δομής των εσόδων.
Συνεχής αποκλιμάκωση του φορολογικού βάρους τα επόμενα έτη
Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού για το 2026, τα φορολογικά έσοδα του 2025 παρουσίασαν αύξηση της τάξης του 2,8% σε σχέση με τον αρχικό προϋπολογισμό. Η υπέρβαση αυτή αποδίδεται κυρίως στον περιορισμό της φοροδιαφυγής μέσω της αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, καθώς και στην άνοδο των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, η αύξηση των αμοιβών εκτιμάται ότι έφτασε το 6,3%, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από την αρχική πρόβλεψη του 3,4%. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε σημαντική ενίσχυση των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, η οποία υπερέβη τον στόχο κατά 645 εκατ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 952 εκατ. ευρώ.
Αναλύοντας τις επιμέρους κατηγορίες φόρων, παρατηρούνται αξιοσημείωτες αποκλίσεις από τους στόχους του προϋπολογισμού. Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση καταγράφηκε στους φόρους και δασμούς επί των εισαγωγών, οι οποίοι ενισχύθηκαν κατά 11,9%. Ακολουθούν οι λοιποί φόροι επί της παραγωγής με αύξηση 10% και οι φόροι κεφαλαίου που σημείωσαν άνοδο 6,4%. Οι φόροι εισοδήματος, καθώς και οι λοιποί φόροι, εμφάνισαν αύξηση 3,4%, ενώ οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών κινήθηκαν ανοδικά κατά 3,1%. Στον αντίποδα, οι λοιποί τρέχοντες φόροι, κατηγορία που περιλαμβάνει κυρίως τέλη κυκλοφορίας, κατέγραψαν σημαντική μείωση της τάξης του 9,1%, ενώ οι τακτικοί φόροι ακίνητης περιουσίας παρέμειναν σχεδόν στάσιμοι με οριακή αύξηση 0,7%.
Η σύνθεση των φορολογικών εσόδων αποκαλύπτει την κυριαρχία της έμμεσης φορολογίας στο ελληνικό σύστημα. Πάνω από το ήμισυ των συνολικών εσόδων, συγκεκριμένα το 55,1%, προέρχεται από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών. Τα έσοδα από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) σημείωσαν αύξηση 3,6%, ενώ οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ) κινήθηκαν επίσης ανοδικά, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 1,8%. Οι φόροι εισοδήματος αποτελούν τη δεύτερη σημαντικότερη πηγή, συνεισφέροντας το 36,6% του συνόλου. Οι υπόλοιπες κατηγορίες, όπως οι φόροι κεφαλαίου και οι φόροι ακινήτων, έχουν σαφώς μικρότερη συμμετοχή στο συνολικό μείγμα των δημοσίων εσόδων.
Ιστορική αναδρομή της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα
Η ιστορική εξέλιξη της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας αναδεικνύει τις διακυμάνσεις της φορολογικής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Ελλάδα είχε χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2009, οι πολίτες εργάστηκαν για το κράτος 150 ημέρες, με τη χώρα να βρίσκεται στη 19η θέση της ΕΕ. Ωστόσο, η δημοσιονομική κρίση ανέτρεψε πλήρως την εικόνα. Το 2012 αποτέλεσε έτος καμπής, καθώς το φορολογικό βάρος εκτοξεύθηκε στο 49,2% και οι ημέρες εργασίας για το κράτος έφτασαν τις 180, σημειώνοντας αύξηση κατά έναν ολόκληρο μήνα εργασίας μέσα σε τρία μόλις χρόνια.
Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από τη διατήρηση της υψηλής φορολογίας. Το 2015, οι ημέρες εργασίας για το κράτος ήταν 179 και η Ελλάδα σκαρφάλωσε στην 11η θέση της σχετικής κατάταξης στην ΕΕ. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε τα επόμενα έτη, με αποκορύφωμα το 2022, όταν οι ημέρες έφτασαν περίπου τις 184, το υψηλότερο σημείο της περιόδου. Το 2025, με 177 ημέρες, σηματοδοτείται μια επιστροφή στα επίπεδα του 2021 και του 2023. Παρά την πτωτική τάση, η Ελλάδα έχει μετατοπιστεί από το κάτω μέρος της λίστας πριν την κρίση, στο πάνω μισό των χωρών της ΕΕ.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στη 10η θέση ως προς τη φορολογική επιβάρυνση. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται διαχρονικά χώρες με ισχυρό κράτος πρόνοιας, όπως το Λουξεμβούργο και η Δανία, όπου οι ημέρες εργασίας για το κράτος ξεπερνούν τις 185 ετησίως. Ακολουθούν το Βέλγιο, η Γαλλία, η Αυστρία και η Φινλανδία. Αντίθετα, στο χαμηλότερο άκρο της κατάταξης εντοπίζονται σταθερά η Ρουμανία και η Βουλγαρία, με περίπου 140 έως 145 ημέρες εργασίας για το κράτος. Η Ελλάδα, με την τρέχουσα επίδοσή της, βρίσκεται σημαντικά υψηλότερα από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και πλησιάζει τον πυρήνα της Ευρωζώνης.
Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό φορολογικό χάρτη
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, επισήμανε ότι η μετακίνηση της Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας δύο ημέρες νωρίτερα αποτελεί θετική εξέλιξη. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η χώρα παραμένει στις υψηλές θέσεις φορολογικής επιβάρυνσης εντός της ΕΕ. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η διατηρήσιμη μείωση του φορολογικού βάρους απαιτεί σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας και περιορισμό της εξάρτησης από τους έμμεσους φόρους. Τόνισε επίσης την ανάγκη για μια πιο ισορροπημένη και απλή φορολογική δομή, που θα ενισχύει την ουδετερότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος.



