Τη μελέτη για τη χωροθέτηση και ανάπτυξη των Κέντρων Δεδομένων στην Ελλάδα παρουσίασε το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και ΤΝ, σε συνεργασία με τα Υπουργεία Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης, στο Ωδείο Αθηνών. Σύμφωνα με τα ευρήματα της εταιρείας συμβούλων PwC, η οποία εκπόνησε την έρευνα, η παγκόσμια ζήτηση συνολικής ισχύος αναμένεται να τριπλασιαστεί, φτάνοντας τα 58 GW έως το 2034 από 18 GW. Αυτή η ραγδαία αύξηση τροφοδοτείται από την εκτεταμένη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και υπηρεσιών cloud. Η κεντρική κυβερνητική επιδίωξη εστιάζει στην ορθολογική αξιοποίηση των εγχώριων πλεονεκτημάτων, με γνώμονα τον περιορισμό του ενεργειακού αποτυπώματος και τη βιωσιμότητα.
Οι διεθνείς τάσεις δείχνουν πως οι παραδοσιακοί ευρωπαϊκοί κόμβοι παρουσιάζουν σήμερα ποσοστά πληρότητας που ξεπερνούν το 90%, αντιμετωπίζοντας παράλληλα σοβαρούς περιορισμούς στα τοπικά ηλεκτρικά δίκτυα και καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις. Ο κορεσμός των συγκεκριμένων αγορών οδηγεί ολοένα και περισσότερες επενδύσεις προς αναπτυσσόμενες περιφερειακές περιοχές. Ειδικότερα, η ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δημιουργεί μια δυνητική αγορά ισχύος που προσεγγίζει τα 5 GW. Η στρατηγική θέση της Ελλάδας ως σταυροδρόμι τριών ηπείρων, σε άμεσο συνδυασμό με την ισχυρή υφιστάμενη διεθνή διασυνδεσιμότητα, της επιτρέπει να διεκδικήσει ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό για τη διακίνηση δεδομένων.
Επενδυτικό ενδιαφέρον και προκλήσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο
Ήδη καταγράφεται ένα ιδιαίτερα έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των σχετικών εγκαταστάσεων στη χώρα, το οποίο ξεπερνά επισήμως το 1 GW. Το συγκεκριμένο νούμερο αντιπροσωπεύει περισσότερο από είκοσι φορές τη σημερινή εγκατεστημένη ισχύ που βρίσκεται σε καθεστώς λειτουργίας. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 35 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα, εκ των οποίων περίπου το 35% έχει ήδη λάβει εγκεκριμένους όρους σύνδεσης. Το μεγαλύτερο μέρος των αιτημάτων αφορά την Αττική, ενώ επενδυτικό ενδιαφέρον εντοπίζεται επίσης στη Θεσσαλονίκη, τη Δυτική Μακεδονία, τη Βοιωτία, την Κόρινθο, τη Μεγαλόπολη και την Κρήτη από πολλαπλούς επενδυτές.
Η ομαλή ανάπτυξη του κλάδου προϋποθέτει ωστόσο έναν ιδιαίτερα προσεκτικό σχεδιασμό, καθώς η μελέτη επισημαίνει τη σαφή γεωγραφική ανισοκατανομή μεταξύ των διαφορών περιοχών. Στην Αττική συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος όγκος ζήτησης, ενώ περιφέρειες όπως η Δυτική Μακεδονία διαθέτουν μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος για τη σύνδεση των νέων εγκαταστάσεων. Η συνολική δυναμικότητα του εθνικού ηλεκτρικού συστήματος υπολογίζεται σε περίπου 1,9 GW για το έτος 2025, με τις επίσημες εκτιμήσεις να προβλέπουν περαιτέρω αύξηση δυναμικότητας στα 2,9 GW έως το 2034. Οι άμεσες επενδύσεις προέρχονται από πολυεθνικούς hyperscalers, παρόχους υποδομών, ενεργειακές εταιρείες και δημόσιους φορείς.
Θεσμικό πλαίσιο αδειοδότησης και συνολικά οικονομικά οφέλη
Για την υποστήριξη του ευρύτερου παραγωγικού μετασχηματισμού της εγχώριας οικονομίας, το Υπουργείο Ανάπτυξης θέσπισε ένα εκσυγχρονισμένο νομοθετικό πλαίσιο. Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά στην εκδήλωση, η Ελλάδα απέκτησε για πρώτη φορά σαφείς κανόνες λειτουργίας και αδειοδότησης για τις συγκεκριμένες ψηφιακές υποδομές. Η επίσημη κυβερνητική στρατηγική δεν αντιμετωπίζει τα κτίρια αυτά ως απομονωμένες εγκαταστάσεις, αλλά επιδιώκει την ουσιαστική και άμεση διασύνδεσή τους με τα τοπικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και την έρευνα. Τα βασικά κριτήρια χωροθέτησης που εξετάζουν επισταμένως οι επενδυτές περιλαμβάνουν την ευρεία συνδεσιμότητα, την εξειδίκευση του προσωπικού και την παροχή οικονομικών κινήτρων.
Παράλληλα, ο αρμόδιος υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, υπογράμμισε ότι προωθούνται άμεσα σημαντικές τεχνολογικές επενδύσεις, όπως ο νέος εθνικός υπερυπολογιστής «Δαίδαλος» και η μονάδα «Pharos». Οι πρωτοβουλίες αυτές φέρνουν κοντά κρίσιμες υποδομές πληροφορικής, αποσκοπώντας να μετατρέψουν σταδιακά τη χώρα σε ένα σύγχρονο περιφερειακό κόμβο για την ευρύτερη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η παρουσίαση των τεχνικών λεπτομερειών της εκτενούς μελέτης πραγματοποιήθηκε από εξειδικευμένα στελέχη της PwC, ενώ ακολούθησαν δύο αναλυτικά πάνελ συζητήσεων. Οι θεματικές επικεντρώθηκαν στην παγκόσμια συνδεσιμότητα και στην επιτακτική ανάγκη προσέλκυσης επενδυτικών έργων που θα επιφέρουν υψηλή προστιθέμενη αξία στην εθνική οικονομία.



