Πιο επιφυλακτικοί για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας εμφανίζονται οι επενδυτές, καθώς η νέα έρευνα διαχειριστών κεφαλαίων της BofA καταγράφει επιδείνωση των προσδοκιών για την ανάπτυξη, υπό την πίεση του πολέμου με το Ιράν, των υψηλότερων τιμών πετρελαίου και της αποδυνάμωσης των μακροοικονομικών στοιχείων στην Ευρώπη. Καθαρό ποσοστό 32% των συμμετεχόντων εκτιμά πλέον ότι η ανάπτυξη στην Ευρώπη θα επιβραδυνθεί τους επόμενους μήνες, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2024.
Η μεταβολή αυτή αντιστρέφει το κλίμα που είχε διαμορφωθεί στις αρχές του έτους, όταν η ευρωπαϊκή αγορά είχε επωφεληθεί από τις προσδοκίες για γερμανικά δημοσιονομικά μέτρα και αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Στην έναρξη του πολέμου, τον Φεβρουάριο, καθαρό ποσοστό 74% των συμμετεχόντων ανέμενε επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Παρά την επιδείνωση, οι φόβοι ύφεσης παραμένουν σχετικά περιορισμένοι, καθώς καθαρό ποσοστό 61% θεωρεί απίθανη μια ύφεση στην Ευρώπη.
Το πετρέλαιο αλλάζει τις πληθωριστικές προσδοκίες
Κεντρικό ρόλο στην αλλαγή του επενδυτικού κλίματος έχει η πορεία του πετρελαίου. Το 71% των επενδυτών εκτιμά ότι οι τιμές του Brent θα παραμείνουν πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι έως το τέλος του έτους, ποσοστό αυξημένο από 61% τον προηγούμενο μήνα. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί ανησυχίες για νέα άνοδο των τιμών, με περίπου το 70% των συμμετεχόντων να προβλέπει υψηλότερο δομικό πληθωρισμό σε διάστημα δώδεκα μηνών, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο στασιμοπληθωρισμός παραμένει το βασικό μακροοικονομικό σενάριο για το 52% των επενδυτών, ποσοστό κοντά στο 58% του προηγούμενου μήνα. Την ίδια ώρα, ενισχύεται η ομάδα όσων βλέπουν ένα περιβάλλον «higher for longer», δηλαδή επίμονα υψηλό πληθωρισμό χωρίς αισθητή επιδείνωση της ανάπτυξης. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε από 25% σε 39%, ενώ το 40% θεωρεί ένα δεύτερο κύμα πληθωρισμού ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις αγορές.
Η επενδυτική στροφή προς τις ΗΠΑ
Η μεταβολή των προσδοκιών έχει αποτυπωθεί και στις τοποθετήσεις των επενδυτών. Καθαρό ποσοστό 4% δηλώνει πλέον underweight στις ευρωπαϊκές μετοχές σε σχέση με τις παγκόσμιες αγορές, ενώ στην αρχή του πολέμου καθαρό ποσοστό 35% δήλωνε overweight. Αντίθετα, καθαρό ποσοστό 20% αναφέρει overweight στις αμερικανικές μετοχές, ενώ πριν από τον πόλεμο καθαρό ποσοστό 22% δήλωνε underweight στις ΗΠΑ.
Η BofA χαρακτηρίζει αυτή τη μετακίνηση ως μία από τις πιο απότομες στροφές από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ από το 1999, οπότε ξεκινούν τα σχετικά στοιχεία. Η εικόνα ενισχύεται από την προσδοκία ότι οι αμερικανικές μετοχές θα υπεραποδώσουν έναντι των ευρωπαϊκών στους επόμενους δώδεκα μήνες, άποψη που συμμερίζεται πλέον το 51% των επενδυτών, από 29% τον Απρίλιο. Η ανθεκτικότητα των αμερικανικών μακροοικονομικών δεδομένων στηρίζει την εκτίμηση ότι η οικονομία των ΗΠΑ μπορεί να αντέξει καλύτερα τις διεθνείς πιέσεις.
Η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί περιθώρια ανόδου
Παρά τη σαφή υποχώρηση της διάθεσης για ευρωπαϊκές μετοχές, η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη. Καθαρό ποσοστό 23% των επενδυτών βλέπει περιθώρια ανόδου για τις ευρωπαϊκές μετοχές βραχυπρόθεσμα, ενώ καθαρό ποσοστό 58% προβλέπει άνοδο σε ορίζοντα δωδεκαμήνου. Και τα δύο ποσοστά βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2025, αλλά δείχνουν ότι οι επενδυτές δεν έχουν εγκαταλείψει πλήρως την προοπτική ανόδου.
Στα εταιρικά κέρδη, καθαρό ποσοστό 52% των επενδυτών βλέπει άνοδο στα forward EPS δωδεκαμήνου για την Ευρώπη μέσα στον επόμενο χρόνο, με τις προσδοκίες να συνδέονται κυρίως με την πειθαρχία στο κόστος και την αύξηση των εσόδων, όχι με διεύρυνση περιθωρίων. Σε κλαδικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας αποτελούν την κορυφαία επιλογή, ακολουθούμενες από την τεχνολογία και τις τράπεζες. Στον αντίποδα, τα media, η αυτοκινητοβιομηχανία και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας εμφανίζονται ως οι λιγότερο προτιμητέοι τομείς.




