Τη δυναμική πρόοδο που έχει καταγράψει η Ελλάδα στον τομέα της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων τα τελευταία χρόνια αποτυπώνει η νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών — ΙΟΒΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του ΕΚΚΟΜΕΔ, με τίτλο «Παραγωγή Οπτικοακουστικών Έργων στην Ελλάδα: Τάσεις, οικονομική συμβολή και προοπτικές ανάπτυξης».
Η μελέτη καταγράφει έναν κλάδο που εξελίσσεται με ταχύτητα, προσελκύει επενδύσεις, δημιουργεί νέες επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη της οπτικοακουστικής παραγωγής.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο οπτικοακουστικός τομέας δεν αποτελεί μόνο έναν πολιτιστικό και δημιουργικό κλάδο, αλλά έναν τομέα με σημαντική οικονομική, αναπτυξιακή και εξωστρεφή διάσταση, με επιδράσεις που εκτείνονται από την απασχόληση και τις επενδύσεις έως τον τουρισμό, την καινοτομία και την ψηφιακή οικονομία.
Αντικείμενο της μελέτης είναι η εξέταση της υφιστάμενης κατάστασης και των τάσεων του εγχώριου κλάδου παραγωγής οπτικοακουστικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών παιχνιδιών, καθώς και η εκτίμηση της συνολικής επίδρασής του στην οικονομία. Η ανάλυση εξετάζει τη συνεισφορά του κλάδου σε βασικά οικονομικά μεγέθη, τόσο σε συνολικό επίπεδο όσο και μέσα από ενδεικτικά σενάρια παραγωγής μίας κινηματογραφικής ταινίας και ενός ψηφιακού παιχνιδιού, λαμβάνοντας υπόψη τις διασυνδέσεις των κλάδων στην οικονομία.
Παράλληλα, εκτιμάται η επίδραση των διεθνών κινηματογραφικών παραγωγών που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα τα τελευταία χρόνια στον εγχώριο τουρισμό, ενώ καταγράφονται το εθνικό και ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, τα διαθέσιμα επενδυτικά κίνητρα και οι δημόσιοι πόροι χρηματοδότησης.
Το οικονομικό αποτύπωμα: 1,9 δισ. ευρώ σε όρους ΑΕΠ και σχεδόν 44.000 θέσεις εργασίας
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, η συνολική επίδραση του οπτικοακουστικού τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει την παραγωγή έργων και τις ραδιοτηλεοπτικές δραστηριότητες, εκτιμάται ότι ανέρχεται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ σε όρους ΑΕΠ.
Παράλληλα, ο τομέας υποστηρίζει σχεδόν 44.000 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ συνδέεται με δημόσια έσοδα ύψους 581 εκατ. ευρώ.
Οι εκτιμήσεις αυτές περιλαμβάνουν όχι μόνο τις άμεσες επιδράσεις του κλάδου, αλλά και τις έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις που δημιουργούνται στην ευρύτερη οικονομία μέσω της αλυσίδας εφοδιασμού και της κατανάλωσης των νοικοκυριών.
Ειδικότερα, η συνολική συνεισφορά του οπτικοακουστικού τομέα στο ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται στα 1,914 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου στο 0,81% του ΑΕΠ για το 2024. Από αυτά, 775 εκατ. ευρώ αποτελούν την άμεση συνεισφορά του τομέα, 372 εκατ. ευρώ αφορούν την έμμεση επίδραση από τη δραστηριότητα των προμηθευτών του, ενώ η προκαλούμενη επίδραση, που προκύπτει από τη δαπάνη των εισοδημάτων των νοικοκυριών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον τομέα, ανέρχεται στα 767 εκατ. ευρώ.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, για κάθε 1 ευρώ άμεσης συνεισφοράς του οπτικοακουστικού τομέα στο ΑΕΠ, δημιουργούνται άλλα 1,47 ευρώ στην ελληνική οικονομία. Δηλαδή, η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ ανέρχεται στα 2,47 ευρώ, με σημαντικό μέρος των πολλαπλασιαστικών επιδράσεων να προέρχεται από την καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών.
Σε επίπεδο απασχόλησης, η άμεση συνεισφορά του τομέα εκτιμάται σε περίπου 24.000 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης. Επιπλέον, ο τομέας στηρίζει 7.500 θέσεις εργασίας κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού, ενώ 12.600 θέσεις εργασίας σχετίζονται με την προκαλούμενη επίδρασή του. Συνολικά, η συμβολή του οπτικοακουστικού τομέα εκτιμάται σε περίπου 44.000 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, δηλαδή περίπου στο 0,88% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα.
Στα δημόσια έσοδα, η συνολική επίδραση του τομέα εκτιμάται σε 581 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου στο 0,85% των συνολικών δημοσίων εσόδων για το 2024. Από αυτά, 149 εκατ. ευρώ αποτελούν την άμεση συνεισφορά, 91 εκατ. ευρώ την έμμεση και 340 εκατ. ευρώ την προκαλούμενη επίδραση.
Η επίδραση της παραγωγής ταινιών και ψηφιακών παιχνιδιών
Η μελέτη του ΙΟΒΕ εξετάζει και δύο ενδεικτικά σενάρια παραγωγής: την εγχώρια δαπάνη 1 εκατ. ευρώ για την παραγωγή μιας κινηματογραφικής ταινίας και την αντίστοιχη δαπάνη 1 εκατ. ευρώ για την παραγωγή ενός ψηφιακού παιχνιδιού.
Στην περίπτωση μιας κινηματογραφικής ταινίας, η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ ανέρχεται σε 1,43 εκατ. ευρώ. Από αυτά, 537 χιλ. ευρώ αποτελούν την άμεση επίδραση, 313 χιλ. ευρώ την έμμεση και 583 χιλ. ευρώ την προκαλούμενη επίδραση. Σε επίπεδο απασχόλησης, η εγχώρια δαπάνη 1 εκατ. ευρώ για την παραγωγή μιας κινηματογραφικής ταινίας στηρίζει συνολικά περίπου 32 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ αποδίδει στο Δημόσιο περίπου 448 χιλ. ευρώ.
Συνεπώς, για κάθε 1 ευρώ που προστίθεται στο ΑΕΠ από την εγχώρια παραγωγή μιας κινηματογραφικής ταινίας, δημιουργούνται άλλα 1,67 ευρώ στην οικονομία, με τη συνολική επίδραση στο ΑΕΠ να ανέρχεται σε 2,67 ευρώ.
Αντίστοιχα, στην περίπτωση της εγχώριας δαπάνης 1 εκατ. ευρώ για την παραγωγή ενός ψηφιακού παιχνιδιού, η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ εκτιμάται σε 1,56 εκατ. ευρώ. Η άμεση επίδραση ανέρχεται σε 575 χιλ. ευρώ, η έμμεση σε 332 χιλ. ευρώ και η προκαλούμενη σε 650 χιλ. ευρώ. Σε επίπεδο απασχόλησης, στηρίζονται συνολικά 30 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ τα δημόσια έσοδα ανέρχονται σε περίπου 502 χιλ. ευρώ.
Για κάθε 1 ευρώ που προστίθεται στο ΑΕΠ από την εγχώρια παραγωγή ενός ψηφιακού παιχνιδιού, η συνολική επίδραση στο ΑΕΠ ανέρχεται σε 2,71 ευρώ.
Δυναμικά αναπτυσσόμενος κλάδος με αύξηση 78% στην προστιθέμενη αξία
Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταγράφει ισχυρή αναπτυξιακή πορεία του συνολικού εγχώριου οπτικοακουστικού τομέα την τελευταία δεκαετία.
Η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του συνολικού οπτικοακουστικού τομέα, δηλαδή τόσο της παραγωγής και προβολής οπτικοακουστικών έργων όσο και των ραδιοτηλεοπτικών δραστηριοτήτων, ανήλθε το 2024 στα 756 εκατ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές, σημειώνοντας αύξηση 78% σε σχέση με το 2013.
Αξιοσημείωτη είναι και η αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας σε σταθερές τιμές την ίδια περίοδο, κατά 36%, στοιχείο που, σύμφωνα με τη μελέτη, υποδεικνύει την πραγματική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας του τομέα στη χώρα την τελευταία δεκαετία.
Η ακαθάριστη αξία παραγωγής του οπτικοακουστικού τομέα ανήλθε το 2024 σε 1,4 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 36% σε σχέση με το 2013. Σε σταθερές τιμές, η αύξηση την περίοδο 2013-2024 ανήλθε σε 11%.
Τη διετία 2022-2023 σημειώθηκε υψηλό δεκαετίας στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του τομέα, η οποία προσέγγισε τα 820 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024 η ανοδική πορεία ανεκόπη και η ΑΠΑ υποχώρησε στα 756 εκατ. ευρώ.
Σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύγκλιση που έχει επιτευχθεί σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη συμμετοχή της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας του οπτικοακουστικού τομέα στο ΑΕΠ.
Το 2013, η ΑΠΑ του τομέα αποτελούσε το 0,44% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στις χώρες της ΕΕ27, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν σε 0,24%, δηλαδή σχεδόν στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ωστόσο, από το 2021 η συμμετοχή της ΑΠΑ του εγχώριου τομέα στο ΑΕΠ έχει σχεδόν ταυτιστεί με τον μέσο όρο της ΕΕ27, περίπου στο 0,4%. Το 2023, η συμβολή της ΑΠΑ του εγχώριου οπτικοακουστικού τομέα στο ΑΕΠ ανήλθε σε 0,36%, τοποθετώντας τη χώρα περίπου στο μέσο της κατάταξης των κρατών-μελών της ΕΕ.
Στο υψηλότερο άκρο της κατάταξης εντοπίζονται χώρες όπως η Εσθονία, η Τσεχία, η Κροατία και η Γαλλία, ενώ χώρες με μεγάλη κινηματογραφική παράδοση, όπως η Ιταλία, κατατάσσονται χαμηλότερα από την Ελλάδα, στοιχείο που, σύμφωνα με τη μελέτη, αναδεικνύει τη δυναμική του τομέα στη χώρα.
Επενδύσεις: Υπερδιπλασιασμός σε μία δεκαετία
Η αναπτυξιακή πορεία του κλάδου αποτυπώνεται ακόμη εντονότερα στις επενδύσεις.
Η αξία των επενδύσεων στον οπτικοακουστικό τομέα αυξήθηκε από 146 εκατ. ευρώ το 2013 σε 337 εκατ. ευρώ το 2024, υπερδιπλασιαζόμενη μέσα σε μία δεκαετία. Το 2023 καταγράφηκε υψηλό δεκαετίας, με την αξία των επενδύσεων να ανέρχεται στα 390 εκατ. ευρώ.
Σε σχετικούς όρους, η αξία των επενδύσεων του τομέα ως ποσοστό της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας ξεπέρασε το 2023 το 47%, τοποθετώντας την Ελλάδα στις υψηλότερες θέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Η εξέλιξη αυτή υποδεικνύει την ενίσχυση των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων του οπτικοακουστικού τομέα και επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα αποκτά σταδιακά πιο ουσιαστικό ρόλο στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα παραγωγής οπτικοακουστικού περιεχομένου.
Κύκλος εργασιών 745 εκατ. ευρώ και περίπου 3.000 επιχειρήσεις
Ιδιαίτερα θετικές είναι οι εξελίξεις και στον κλάδο παραγωγής οπτικοακουστικών έργων και προβολής ταινιών.
Ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του κλάδου αυξήθηκε κατά 137% την περίοδο 2013-2024, φθάνοντας τα 745 εκατ. ευρώ το 2024. Το 2023 είχε διαμορφωθεί στα 769 εκατ. ευρώ, ενώ το 2013 ανερχόταν σε 314 εκατ. ευρώ.
Η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας συνοδεύτηκε από σημαντική αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων. Από 2.057 επιχειρήσεις το 2013, οι οποίες μειώθηκαν σε 1.738 το 2017, ο αριθμός τους αυξήθηκε τα επόμενα χρόνια, φθάνοντας σχεδόν τις 2.980 επιχειρήσεις το 2024. Πρόκειται για αύξηση 71% σε σχέση με το 2017.
Η αύξηση αυτή προήλθε από επιχειρήσεις όλων των μεγεθών. Οι μικρότερες επιχειρήσεις, που απασχολούν έως 9 άτομα και αποτελούν την πολυπληθέστερη κατηγορία, σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτους όρους. Παράλληλα, αύξηση καταγράφηκε και στις μεγαλύτερες κατηγορίες επιχειρήσεων, ενώ σχηματίστηκαν και μεγάλες επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 249 άτομα.
Απασχόληση: Αύξηση 147% την περίοδο 2013-2024
Η ανάπτυξη του κλάδου αποτυπώνεται έντονα και στα στοιχεία απασχόλησης.
Το 2013 απασχολούνταν στον κλάδο παραγωγής οπτικοακουστικών έργων και προβολής ταινιών περίπου 5.200 άτομα. Ο αριθμός αυτός υπερδιπλασιάστηκε έως το 2022, όταν οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 14.600. Μετά το 2022 ακολούθησε ήπια πτώση, με τους εργαζόμενους το 2024 να υποχωρούν στις 12.700, παραμένοντας όμως αυξημένοι κατά 147% σε σχέση με το 2013.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η ανθεκτικότητα του κλάδου μετά την πανδημία αποτυπώνεται και στην απασχόληση, καθώς το 2021 οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν σε 13.300, από 9.600 το 2020.
Στην Ελλάδα, πάνω από τα τρία τέταρτα των εργαζομένων του κλάδου παραγωγής ταινιών, βίντεο και τηλεοπτικών προγραμμάτων, δηλαδή 77,5%, απασχολούνται σε δραστηριότητες παραγωγής έργων. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που ανέρχεται σε 65%.
Αντίθετα, οι δραστηριότητες μετά την παραγωγή και η προβολή ταινιών απασχολούν αθροιστικά το 15% των εργαζομένων του κλάδου στην Ελλάδα, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ27, που ανέρχεται σε 32%.
Η διαφορετική αυτή διάρθρωση, σύμφωνα με τη μελέτη, δύναται να συνδέεται με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας στα εξωτερικά γυρίσματα, λόγω των ποικίλων φυσικών τοπίων και των ευνοϊκών κλιματολογικών συνθηκών.
Ο ρόλος των επενδυτικών κινήτρων και του cash rebate
Στη θετική εξέλιξη του κλάδου καθοριστική υπήρξε η συμβολή της ενεργοποίησης επενδυτικών και χρηματοδοτικών κινήτρων, με κυριότερο τον μηχανισμό cash rebate, που ενίσχυσαν την ελκυστικότητα της χώρας για εγχώριες και διεθνείς παραγωγές.
Στην Ελλάδα, ένα από τα πρώτα οργανωμένα βήματα για τη θεσμική στήριξη του κινηματογράφου εντοπίζεται ήδη από το 1986, με τον Ν. 1597. Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου είχε επιφορτιστεί με την ανάπτυξη του εγχώριου τομέα, ενώ είχαν θεσπιστεί και οικονομικά μέτρα ενίσχυσης του κλάδου.
Το 2015 ιδρύθηκε το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας, αναδεικνύοντας τη σημασία ανάπτυξης του ευρύτερου κλάδου οπτικοακουστικών μέσων. Το 2017 θεσπίστηκε το πρώτο επενδυτικό κίνητρο στη χώρα με τη μορφή άμεσης επιχορήγησης, δηλαδή cash rebate, ύψους 25% επί των επιλέξιμων δαπανών.
Έκτοτε, ο μηχανισμός υπέστη διαδοχικές προσαρμογές, μεταξύ των οποίων και αυξήσεις του ποσοστού ενίσχυσης, το οποίο διαμορφώθηκε στο σημερινό επίπεδο του 40% το 2020.
Σημαντική θεσμική αλλαγή επήλθε με τον Ν. 5105/2024 και τη συγχώνευση του ΕΚΟΜΕ και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου στον νέο ενιαίο φορέα Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας — ΕΚΚΟΜΕΔ. Στο πλαίσιο του ίδιου νόμου, αναδείχθηκε περαιτέρω και η παραγωγή ψηφιακών παιχνιδιών, με τον μηχανισμό του cash rebate να αποκτά εξειδικευμένο πυλώνα για αυτά.
Σύμφωνα με τη μελέτη, την περίοδο 2019 έως και τα μέσα Μαΐου 2026 είχαν δοθεί περισσότερα από 307 εκατ. ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης για την παραγωγή και προώθηση οπτικοακουστικών έργων. Από αυτά, το 81% αφορά έργα που έλαβαν το cash rebate, ενώ περίπου το 14% αφορά έργα που χρηματοδοτήθηκαν από πολλαπλές πηγές, μεταξύ των οποίων τα επιλεκτικά προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Αναφορικά με τη διαχρονική καταβολή πληρωμών του εγχώριου cash rebate, η μελέτη καταγράφει σταδιακή αύξηση από το 2022 και ιδιαίτερα το 2025, μετά την ίδρυση του ενιαίου φορέα ΕΚΚΟΜΕΔ, όταν οι πληρωμές ξεπέρασαν τα 113 εκατ. ευρώ.
Ανταγωνιστικό το ελληνικό cash rebate σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, τα επενδυτικά κίνητρα εφαρμόζονται σε αρκετές χώρες ως πρόσθετη μορφή δημόσιας στήριξης για την παραγωγή οπτικοακουστικών έργων. Συνήθως λαμβάνουν τη μορφή επιστροφής δαπανών είτε άμεσα, μέσω cash rebate, είτε ως πίστωση ή επιστροφή φόρου.
Αναφορικά με τα cash rebate, τα ποσοστά επιστροφής στις περισσότερες χώρες που εξετάστηκαν κυμαίνονται από 25% έως 40%. Συνεπώς, το εγχώριο ποσοστό ενίσχυσης, ύψους 40%, κατατάσσεται μεταξύ των πιο ανταγωνιστικών.
Αντίστοιχα, και στις πιστώσεις ή επιστροφές φόρου, τα ποσοστά ενίσχυσης κυμαίνονται στις περισσότερες περιπτώσεις μεταξύ 30% και 40%. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο φορολογικό κίνητρο δεν έχει τη μορφή tax credit που μειώνει απευθείας τον οφειλόμενο φόρο, αλλά προβλέπει ότι το 30% των επιλέξιμων δαπανών εκπίπτει από τα καθαρά φορολογητέα αποτελέσματα των χρηματοδοτών του έργου.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βάσει δείγματος ευρωπαϊκών ταινιών για το 2023, προκύπτει ότι η αθροιστική συμμετοχή των δημόσιων πηγών χρηματοδότησης, που περιλαμβάνουν τόσο τα επενδυτικά κίνητρα όσο και την άμεση δημόσια χρηματοδότηση, στη συνολική χρηματοδότηση κυμαίνεται μεταξύ 47% και 51%. Η υψηλή αυτή συμμετοχή υπογραμμίζει τη σημασία της δημόσιας υποστήριξης για την παραγωγή ευρωπαϊκών ταινιών.
Οπτικοακουστική παραγωγή και τουρισμός: Ισχυρή σύνδεση με τις διεθνείς αφίξεις
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της μελέτης αφορά τη συμβολή των διεθνών παραγωγών στην ενίσχυση του τουρισμού.
Η ανάλυση δείχνει ότι η αυξανόμενη παρουσία διεθνών κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών στην Ελλάδα συνδέεται με ενίσχυση των τουριστικών ροών στις περιοχές όπου πραγματοποιούνται γυρίσματα.
Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκε η επίδραση που είχε η προσέλκυση διεθνών οπτικοακουστικών παραγωγών, μέσω του παρεχόμενου cash rebate, στον εγχώριο τουρισμό. Την περίοδο 2019-2024 παρατηρείται αύξηση τόσο του συνολικού αριθμού διεθνών παραγωγών όσο και του συνολικού ποσού cash rebate που χορηγήθηκε, ιδιαίτερα κατά τα έτη 2022 και 2023.
Τα περισσότερα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Αττική, πιθανώς και λόγω της δυνατότητας εσωτερικών γυρισμάτων σε studio. Οι εκτός Αττικής παραγωγές πραγματοποιήθηκαν κυρίως σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως οι Κυκλάδες, η Κρήτη και η Κέρκυρα.
Προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο η παρατηρούμενη αύξηση των τουριστικών ροών μπορεί να αποδοθεί και στην προσέλκυση διεθνών παραγωγών μέσω του επενδυτικού κινήτρου, η μελέτη ανέπτυξε οικονομετρικό μοντέλο.
Αρχικά εξετάστηκε κατά πόσο η δημοφιλία των διεθνών παραγωγών που γυρίστηκαν στη χώρα, έχοντας αξιοποιήσει το cash rebate, επιδρά στις αφίξεις αλλοδαπών τουριστών ανά περιφερειακή ενότητα. Χρησιμοποιώντας τον συνολικό αριθμό ψήφων που έχουν λάβει οι σχετικές ταινίες και σειρές στο IMDb ως μέτρο δημοφιλίας, προκύπτει ότι μια αύξηση του συνολικού αριθμού ψήφων ανά περιφερειακή ενότητα κατά 1.000 συσχετίζεται με αύξηση των αφίξεων αλλοδαπών τουριστών από περίπου 500 έως 770 άτομα, ανάλογα με το πλήθος των μεταβλητών που λαμβάνει υπόψη το μοντέλο.
Στη συνέχεια, η ανάλυση εστίασε στην επίδραση των ίδιων των δαπανών του cash rebate στις ροές αλλοδαπών τουριστών. Με βάση το μοντέλο, μια αύξηση της συνολικής δαπάνης cash rebate για διεθνείς παραγωγές κατά 1.000 ευρώ συσχετίζεται με αύξηση των αφίξεων αλλοδαπών τουριστών που κυμαίνεται από 31 έως 43 άτομα.
Αντίστοιχα, για κάθε 1.000 ευρώ αύξηση στο cash rebate παρατηρείται αύξηση κατά 45 έως 105 διανυκτερεύσεις. Εάν στην εκτιμώμενη αύξηση των αφίξεων συνυπολογιστεί ότι η μέση κατά κεφαλή δαπάνη του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα εκτιμάται για το 2024 στα 573 ευρώ, προκύπτει ότι μια αύξηση της δαπάνης cash rebate κατά 1.000 ευρώ για διεθνείς παραγωγές συνδέεται με αύξηση της τουριστικής δαπάνης από 17,7 χιλ. ευρώ έως 24,6 χιλ. ευρώ.
Τα ευρήματα αυτά παρέχουν ενδείξεις ότι η αυξημένη προβολή της χώρας μέσω των παραγωγών που προσελκύθηκαν μετά τη θέσπιση του συστήματος cash rebate έχει επιδράσει θετικά στην τουριστική ανάπτυξη των περιοχών όπου πραγματοποιήθηκαν γυρίσματα.
Ψηφιακά παιχνίδια: Νέος κλάδος με σημαντικές προοπτικές
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μελέτη στον κλάδο των ψηφιακών παιχνιδιών, ο οποίος, αν και βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης στην Ελλάδα, παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές.
Τα ψηφιακά παιχνίδια αποτελούν σήμερα έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της παγκόσμιας δημιουργικής οικονομίας, συνδυάζοντας τεχνολογική καινοτομία, πολιτιστική παραγωγή και ψηφιακές υπηρεσίες.
Παγκοσμίως, η συνολική αγορά ψηφιακών παιχνιδιών, σε όρους καταναλωτικής δαπάνης, ανήλθε το 2024 σε σχεδόν 178 δισ. δολάρια, έχοντας σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2015, όταν ανερχόταν σε 91 δισ. δολάρια.
Σημαντική επίδραση στην αγορά άσκησε η πανδημία, κατά τη διάρκεια της οποίας η δαπάνη κορυφώθηκε στα 185 δισ. δολάρια το 2021, και έκτοτε σταθεροποιήθηκε σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα.
Στην Ευρώπη, τα έσοδα της αγοράς ψηφιακών παιχνιδιών ανήλθαν το 2024 στα 26,8 δισ. ευρώ, από 21 δισ. ευρώ το 2018, σημειώνοντας αύξηση 27,6%. Σε αντίθεση με την εικόνα που παρατηρήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο, στην Ευρώπη η πανδημία δεν φαίνεται να προκάλεσε έντονη βραχυπρόθεσμη άνοδο και στη συνέχεια υποχώρηση, αλλά η αγορά συνέχισε να αναπτύσσεται με σχετικά σταθερό ρυθμό.
Στην Ελλάδα, ο αριθμός των χρηστών ψηφιακών παιχνιδιών πλησίασε τα 2 εκατομμύρια το 2024, μετά την αύξηση που καταγράφηκε τη διετία 2020-2021, την προσωρινή υποχώρηση του 2022 και την επάνοδο σε αυξητική πορεία τα επόμενα έτη.
Ωστόσο, ο εγχώριος κλάδος παραγωγής ψηφιακών παιχνιδιών παραμένει σε πρώιμο στάδιο σε σύγκριση με άλλες χώρες. Το 2023 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 18 στούντιο ανάπτυξης ψηφιακών παιχνιδιών, με τη χώρα να κατατάσσεται στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών του δείγματος της σχετικής έκθεσης.
Αντίστοιχα, το 2023 καταγράφηκαν 90 εργαζόμενοι σε εταιρείες παραγωγής ψηφιακών παιχνιδιών στην Ελλάδα. Παρότι ο αριθμός αυτός παραμένει χαμηλός, είναι σημαντικά αυξημένος σε σχέση με το 2021, όταν οι καταγεγραμμένοι απασχολούμενοι ήταν μόλις 32, ενώ το 2022 είχαν ανέλθει σε 46.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, το 2023 9 εγχώριες επιχειρήσεις εξέδωσαν νέους τίτλους, ενώ 12 νέοι τίτλοι είχαν αυτοεκδοθεί, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην έβδομη θέση ανάμεσα στις 11 χώρες του δείγματος. Το στοιχείο αυτό δύναται να συνδέεται με την πρώιμη φύση του εγχώριου κλάδου και την ύπαρξη μικρότερων ανεξάρτητων δημιουργών.
Ενθαρρυντικό είναι επίσης ότι στη χώρα καταγράφηκαν το 2023 5 ιδρύματα τυπικής εκπαίδευσης και 1 ίδρυμα μη τυπικής εκπαίδευσης που προσφέρουν προγράμματα σχετικά με τη δημιουργία ψηφιακών παιχνιδιών. Η μελέτη επισημαίνει ότι ο σχηματισμός ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του κλάδου.
Τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη και νέες προκλήσεις
Η μελέτη επισημαίνει ότι ο οπτικοακουστικός τομέας έχει επηρεαστεί τα τελευταία χρόνια τόσο από αιφνίδιες μεταβολές, όπως η πανδημία Covid-19, όσο και από μακροχρόνιους μετασχηματισμούς λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης.
Στον κινηματογράφο, η πανδημία επηρέασε τόσο το στάδιο της παραγωγής όσο και το στάδιο προβολής των έργων. Οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί και τα υγειονομικά πρωτόκολλα δυσχέραναν τα διεθνή γυρίσματα, προκαλώντας αναβολές και αύξηση του κόστους παραγωγής. Αντίστοιχα, οι περιορισμοί στη λειτουργία των κινηματογραφικών αιθουσών οδήγησαν σε σημαντική υποχώρηση των εσόδων προβολής, επιτείνοντας τις πιέσεις στη ρευστότητα και στη χρηματοδότηση του κλάδου.
Παράλληλα, η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη και η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης συνδιαμορφώνουν το περιβάλλον δραστηριοποίησης του οπτικοακουστικού τομέα.
Για τον κλάδο του κινηματογράφου, νέες τεχνολογίες όπως η εικονική παραγωγή και ο εξελισσόμενος εξοπλισμός, όπως τα drones, δύνανται να μειώσουν το κόστος και να ενισχύσουν τις δημιουργικές δυνατότητες ακόμη και μικρότερων παραγωγών. Ταυτόχρονα, όμως, συνεπάγονται ανάγκη συνεχούς προσαρμογής και εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού σε νέα εργαλεία και δεξιότητες.
Ιδιαίτερα σημαντικές αναμένεται να είναι οι επιδράσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή οπτικοακουστικών μέσων και ειδικά στα ψηφιακά παιχνίδια, τα οποία διεθνώς πρωτοπορούν στη χρήση της σε σχέση με τους υπόλοιπους πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς. Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης δύναται να συμβάλει τόσο στη δημιουργία περιεχομένου όσο και στη διοίκηση και διαχείριση ομάδων.
Ταυτόχρονα, όμως, ανακύπτουν προκλήσεις που σχετίζονται με τον ρόλο της ανθρώπινης δημιουργικότητας στην παραγωγική διαδικασία και με τη διαμόρφωση αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου, μεταξύ άλλων για ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και προστασίας δημιουργών.
Οι προτάσεις πολιτικής του ΙΟΒΕ
Η περαιτέρω ανάπτυξη του εγχώριου κλάδου παραγωγής οπτικοακουστικών έργων απαιτεί, σύμφωνα με τη μελέτη, ένα ολοκληρωμένο πλέγμα παρεμβάσεων, προσανατολισμένο στην αξιοποίηση των αναδυόμενων ευκαιριών, στην αντιμετώπιση των υφιστάμενων αδυναμιών και στην αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων πόρων.
Οι προτάσεις πολιτικής οργανώνονται γύρω από βασικούς άξονες που στοχεύουν αφενός στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας και αφετέρου στη μεγιστοποίηση των ευρύτερων θετικών κοινωνικοοικονομικών επιδράσεων του κλάδου.
Πρώτος άξονας είναι η συστηματική συλλογή και παρακολούθηση δεδομένων για τον κλάδο παραγωγής οπτικοακουστικών έργων και ειδικότερα για τον κλάδο των ψηφιακών παιχνιδιών. Η μελέτη επισημαίνει ότι η τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής προϋποθέτει την οργανωμένη συλλογή στοιχείων για βασικά οικονομικά μεγέθη του κλάδου, την κατανομή παραγωγικών δαπανών ανά είδος έργου, την περιφερειακή κατανομή των δαπανών και την εξωστρέφεια ελληνικών παραγωγών.
Δεύτερος άξονας είναι η αξιολόγηση του μείγματος χρηματοδοτικών εργαλείων και της κατανομής πόρων ανά μορφή οπτικοακουστικού έργου. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την απορρόφηση πόρων, αλλά και την επίτευξη διαφορετικών στόχων πολιτικής, όπως η προσέλκυση διεθνών παραγωγών, η ενίσχυση της εγχώριας δημιουργίας και παραγωγικής βάσης, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην οικονομία.
Τρίτος άξονας είναι η ενίσχυση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας σε όλα τα στάδια της οπτικοακουστικής παραγωγής. Η μελέτη επισημαίνει ότι, αξιοποιώντας το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας στα εξωτερικά γυρίσματα, είναι σημαντικό να ενισχυθούν περαιτέρω και άλλοι κρίκοι της οπτικοακουστικής αλυσίδας, όπως τα studios και η μεταπαραγωγή.
Τέταρτος άξονας είναι η αξιοποίηση της τεχνογνωσίας διεθνών παραγωγών για την ενίσχυση του εγχώριου κλάδου. Η προσέλκυση διεθνών παραγωγών μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως πηγή άμεσης δαπάνης, αλλά και ως μηχανισμός μεταφοράς τεχνογνωσίας προς τον εγχώριο κλάδο, μέσω της συμμετοχής ελληνικών συνεργείων και εταιρειών παραγωγής σε διεθνή έργα.
Πέμπτος άξονας είναι η διασφάλιση αξιοπιστίας και προβλεψιμότητας των επενδυτικών κινήτρων. Η έγκαιρη καταβολή των ενισχύσεων του cash rebate και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός του προγράμματος αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της αξιοπιστίας και ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Η μελέτη προτείνει επίσης την ενίσχυση της πρόσβασης των επιχειρήσεων του κλάδου σε ιδιωτική χρηματοδότηση, καθώς οι επιχειρήσεις των πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων αντιμετωπίζονται συχνά ως υψηλότερου ρίσκου από τις τράπεζες.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην ενίσχυση των δεξιοτήτων παραγωγής οπτικοακουστικών μέσων και στη σύνδεσή τους με τις ανάγκες της εγχώριας και διεθνούς αγοράς. Η δρομολόγηση της νέας Σχολής Τεχνικών Κινηματογράφου και Οπτικοακουστικών Μέσων αναφέρεται ως θετικό βήμα, με την αποτελεσματικότητά της να μπορεί να ενισχυθεί μέσα από προγράμματα πρακτικής άσκησης και συνεργασίες με studios, εταιρείες post-production και επαγγελματίες του κλάδου.
Για τα ψηφιακά παιχνίδια, η μελέτη προτείνει στενότερη διασύνδεση των εκπαιδευτικών φορέων με την αγορά, ώστε οι αποκτώμενες δεξιότητες να μεταφράζονται πιο άμεσα σε παραγωγή νέων έργων και ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, προτείνεται η περιφερειακή χαρτογράφηση δεξιοτήτων και η ενίσχυση των τοπικών συνεργείων παραγωγής, ώστε η αύξηση των γυρισμάτων σε διαφορετικές περιοχές της χώρας να συνοδεύεται από μεγαλύτερη απορρόφηση δαπάνης και ενίσχυση των τοπικών οικονομιών.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης την ανάγκη για ανάπτυξη δεξιοτήτων για την ορθή αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, με στοχευμένα προγράμματα κατάρτισης για επαγγελματίες και επιχειρήσεις του οπτικοακουστικού κλάδου.
Τέλος, ιδιαίτερη θέση έχουν οι προτάσεις για την ανάπτυξη στρατηγικής screen tourism, με στόχο τη διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος και την άμβλυνση της εποχικότητας. Η προώθηση και προβολή λιγότερο αναγνωρισμένων ελληνικών περιοχών, πέρα από τους καθιερωμένους τουριστικούς προορισμούς, μπορεί να συμβάλει στη γεωγραφική διασπορά της τουριστικής δραστηριότητας.
Η σύνδεση της στρατηγικής screen tourism με την πολιτιστική κληρονομιά και την ανάπτυξη ολοκληρωμένων τουριστικών εμπειριών μπορεί, σύμφωνα με τη μελέτη, να αναβαθμίσει την εμπειρία των επισκεπτών και να δημιουργήσει πρόσθετα οφέλη για την τοπική οικονομία.
Ένας κλάδος με οικονομική, πολιτιστική και αναπτυξιακή σημασία
Η μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει ότι η παραγωγή οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα βρίσκεται σε φάση δυναμικής ανάπτυξης, με αυξανόμενη οικονομική συμβολή, ενίσχυση της απασχόλησης, υψηλότερες επενδύσεις και αυξανόμενη διασύνδεση με άλλους τομείς της οικονομίας.
Ο κλάδος παραγωγής οπτικοακουστικών έργων και προβολής ταινιών έχει πλέον σημαντικό αποτύπωμα στο ΑΕΠ, στα δημόσια έσοδα και στην απασχόληση, ενώ η διεθνής προβολή της χώρας μέσω κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών συνδέεται με θετικές επιδράσεις στον τουρισμό.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη των ψηφιακών παιχνιδιών, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και η ανάγκη ενίσχυσης δεξιοτήτων διαμορφώνουν ένα νέο πεδίο προοπτικών για την ελληνική δημιουργική οικονομία.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι ο οπτικοακουστικός τομέας μπορεί να αποτελέσει έναν ακόμη πιο ισχυρό πυλώνα ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η ενίσχυση των επενδυτικών εργαλείων, θα διασφαλιστεί η αξιοπιστία και προβλεψιμότητα των κινήτρων, θα αναβαθμιστεί το ανθρώπινο δυναμικό και θα αξιοποιηθεί συστηματικά η σύνδεση του κλάδου με τον τουρισμό, την καινοτομία και την ψηφιακή οικονομία.
Η μελέτη είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΙΟΒΕ.



