Σε δημόσιες δεσμεύσεις για τουλάχιστον ένα ζήτημα υπεύθυνης επιχειρηματικής συμπεριφοράς έχει προχωρήσει το 69% των εισηγμένων που περιλαμβάνονται στις 10.000 μεγαλύτερες παγκοσμίως, όμως η εφαρμογή μέτρων για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων παραμένει σαφώς χαμηλότερη. Η έκθεση OECD Responsible Business Outlook 2026, η πρώτη παγκόσμια αποτίμηση αυτού του είδους, εξετάζει τις δημόσιες γνωστοποιήσεις των εταιρειών και τις σχετικές πολιτικές 52 χωρών που ακολουθούν τις Κατευθυντήριες Γραμμές του ΟΟΣΑ για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις.
Συνολικά, οι εταιρείες αναφέρουν εκτενέστερα πολιτικές και συστήματα διαχείρισης, σε ποσοστό 45% επί των πρακτικών που εξετάστηκαν, ενώ η αναφερόμενη εφαρμογή μέτρων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων παραμένει κάτω από το 20%. Συχνότερες είναι οι δεσμεύσεις για τη διαφθορά και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ακολουθούμενες από την καταναγκαστική εργασία, την παιδική εργασία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Λιγότερες από τις μισές εταιρείες καλύπτουν την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, μόλις το 25% τη βιοποικιλότητα και το 36% έχει συνολική δέσμευση που καλύπτει όλα τα κοινωνικά θέματα, τις εκπομπές και τη διαφθορά.
Τα κενά στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού
Οι αποκλίσεις γίνονται εντονότερες στις σχέσεις με τους προμηθευτές. Περίπου οι μισές μεγάλες εισηγμένες δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν περιβαλλοντικά ή κοινωνικά κριτήρια για την επιλογή τους, αλλά λιγότερες από το 20% αξιολογούν τον σχετικό κίνδυνο. Το 25% αναφέρει εκπαίδευση ή συνεργασία με προμηθευτές, το 7% ενσωματώνει τις κοινωνικές πολιτικές της εφοδιαστικής αλυσίδας στις αγοραστικές πρακτικές και μόλις το 3% δημοσιοποιεί βελτιώσεις στην υγεία και την ασφάλεια στους χώρους εργασίας της αλυσίδας του.
Περιορισμένη παραμένει και η δέουσα επιμέλεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μόνο το 8% των εταιρειών αναφέρει συμμετοχή ενδιαφερόμενων μερών σε σχετικά ζητήματα, το 17% διαθέτει επίσημο μηχανισμό υποβολής παραπόνων και το 10% δεσμεύεται να παρέχει αποκατάσταση σε πρόσωπα που επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του. Σε γεωγραφικό επίπεδο, οι γνωστοποιήσεις είναι πληρέστερες στην Ευρώπη, στην ανεπτυγμένη περιοχή Ασίας-Ειρηνικού και στη Λατινική Αμερική, ενώ χαμηλότερη κάλυψη καταγράφεται στην Κίνα, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική.
Περιορισμένη ορατότητα πέρα από άμεσους προμηθευτές
Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν επίσης δυσκολίες στην επέκταση των ελέγχων στα ανώτερα επίπεδα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Σε υποσύνολο περίπου 450 μεγάλων εισηγμένων, σχεδόν το 70% αναφέρει ότι τα προγράμματα κοινωνικών ελέγχων καλύπτουν προμηθευτές πρώτου επιπέδου, ενώ περίπου το 35% φτάνει σε προμηθευτές δεύτερου ή τρίτου επιπέδου. Οι εταιρείες επικαλούνται περιορισμένη δυνατότητα συλλογής, επαλήθευσης και διαβίβασης πληροφοριών, μαζί με περιορισμούς που σχετίζονται με την προστασία δεδομένων, την εθνική ασφάλεια, τους επιτόπιους ελέγχους και τη συνεργασία επί τόπου.
Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων παραμένει ακόμη πιο περιορισμένη. Μόλις το 7% των μεγάλων εισηγμένων γνωστοποιεί τα σημαντικότερα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ το 6% των εταιρειώνδημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της παρακολούθησης προμηθευτών. Η έκθεση επισημαίνει ότι η εικόνα μπορεί να συνδέεται με τις δυσκολίες μέτρησης των αποτελεσμάτων, τον ειδικό χαρακτήρα των επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα και τους αυξημένους κινδύνους φήμης ή νομικής ευθύνης, οι οποίοι ενδέχεται να περιορίζουν τη λεπτομερή ενημέρωση ακόμη και όταν εφαρμόζονται διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.
Οι κυβερνήσεις διευρύνουν τους κανόνες επιμέλειας
Ρυθμίσεις σχετικές με τη δέουσα επιμέλεια έχουν θεσπίσει το 84% των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ και το 67% των χωρών που ακολουθούν τις Κατευθυντήριες Γραμμές. Τα μέτρα καλύπτουν την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας, τις εταιρικές διαδικασίες επιμέλειας και απαιτήσεις που συνδέονται με προϊόντα ή αγορές. Οι χώρες του ΟΟΣΑ με τέτοιες υποχρεώσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 55% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ οι επιχειρήσεις αναφέρουν δυσκολίες από αποκλίσεις στο πεδίο εφαρμογής, στον σχεδιασμό και στην ορολογία των εθνικών πλαισίων.
Από το 2020, 67 από τις 186 εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες που υπέγραψαν οι συμμετέχουσες χώρες, ποσοστό 36%, περιλαμβάνουν ρήτρα υπεύθυνης επιχειρηματικής συμπεριφοράς. Το 73% αυτών υπογράφηκε με χώρες που δεν ακολουθούν τις Κατευθυντήριες Γραμμές. Παράλληλα, 32 χώρες ενσωματώνουν σχετικά κριτήρια στις δημόσιες προμήθειες. Το 2024, δημόσιες δαπάνες άνω των 8 τρισ. δολαρίωνπραγματοποιήθηκαν σε χώρες όπου μέτρα υποχρεωτικής δέουσας επιμέλειας εφαρμόζονται άμεσα ή έμμεσα σε δημόσιους φορείς, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 80% των δημόσιων προμηθειών μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν.
Πέντε κατευθύνσεις για αποτελεσματικότερη εφαρμογή των πολιτικών
Ο ΟΟΣΑ καλεί τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν τα κίνητρα για δέουσα επιμέλεια με μετρήσιμα αποτελέσματα, να παρέχουν πρακτική υποστήριξη στις επιχειρήσεις, να βελτιώσουν την αναφορά και την παρακολούθηση των εταιρικών πρακτικών, να συγκεντρώνουν ισχυρότερα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και να συνεργάζονται για μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ δικαιοδοσιών. Παράλληλα, 29 από τις 52 χώρες χρησιμοποιούν οικονομικά ή διοικητικά κίνητρα, ενώ 36 έχουν λάβει τουλάχιστον ένα μέτρο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε δικαστική αποκατάσταση.
Στο ίδιο πλαίσιο λειτουργεί το παγκόσμιο δίκτυο Εθνικών Σημείων Επαφής του ΟΟΣΑ, το οποίο προωθεί τις Κατευθυντήριες Γραμμές, εξετάζει καταγγελίες μέσω εξωδικαστικών διαδικασιών και υποστηρίζει τη χάραξη δημόσιας πολιτικής. Κατά την τελευταία 25ετία, τα Εθνικά Σημεία Επαφής έχουν χειριστεί περισσότερες από 900 υποθέσεις σε πάνω από 110 χώρες. Η έκθεση δημοσιεύθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών από την υιοθέτηση των Κατευθυντήριων Γραμμών για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις.



