Η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,6% το 2026 και κατά 3,8% το 2027, επιταχύνοντας από το 3% του 2025, σύμφωνα με την έκθεση Electricity Mid-Year Update του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA). Η βιομηχανική δραστηριότητα, η ψύξη, τα ηλεκτρικά οχήματα και τα data centres στηρίζουν την άνοδο της κατανάλωσης, παρά το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Η παγκόσμια κατανάλωση προβλέπεται να φθάσει τις 30.700 τεραβατώρες (TWh) το 2027, από 28.600 TWh το 2025. Η διαταραχή των ροών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσω των Στενών του Ορμούζ αύξησε το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και ώθησε ορισμένες κυβερνήσεις σε μέτρα εξοικονόμησης. Πρόσθετες ποσότητες LNG από τη Βόρεια Αμερική περιόρισαν τη στενότητα της αγοράς, όμως οι υψηλές τιμές αερίου ενίσχυσαν τη στροφή από το φυσικό αέριο προς τον άνθρακα σε χώρες της Ασίας και της Ευρώπης.
Οι ΑΠΕ περνούν μπροστά από τον άνθρακα
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας βρίσκονται σε τροχιά να γίνουν η μεγαλύτερη πηγή ηλεκτροπαραγωγής παγκοσμίως το 2026, ξεπερνώντας τον άνθρακα, αφού το 2025 κινήθηκαν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο. Η παραγωγή τους αναμένεται να αυξηθεί πάνω από 8% φέτος και το μερίδιό τους στο παγκόσμιο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής να ανέλθει στο 37% το 2027, από 33% το 2025.
Η ηλιακή ενέργεια αποτελεί τον βασικό μοχλό της αύξησης της προσφοράς ηλεκτρισμού. Η παραγωγή από φωτοβολταϊκά εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί κατά περίπου 600 TWh το 2026, όσο και στο επίπεδο-ρεκόρ του 2025, ενώ ανάλογη επέκταση αναμένεται και το 2027. Τα φωτοβολταϊκά θα ξεπεράσουν την αιολική ενέργεια το 2026 και θα αποτελέσουν τη δεύτερη μεγαλύτερη ανανεώσιμη πηγή ηλεκτροπαραγωγής μετά τα υδροηλεκτρικά.
Οι αυξημένες τιμές φυσικού αερίου περιορίζουν την ηλεκτροπαραγωγή από αέριο το 2026 και στηρίζουν υψηλότερη παραγωγή από άνθρακα. Η πυρηνική παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί φέτος με βραδύτερο ρυθμό και να επιταχυνθεί το 2027, με νέους αντιδραστήρες σε Κίνα και Ινδία, ισχυρή παραγωγή στις ΗΠΑ και τη Γαλλία και ολοκλήρωση καθυστερημένων έργων. Οι εκπομπές CO2 από την ηλεκτροπαραγωγή προβλέπεται να αυξηθούν κατά περίπου 1% το 2026 και να σταθεροποιηθούν το 2027.
Ισχυρή ζήτηση στις μεγάλες οικονομίες
Στην Κίνα, η αύξηση της ζήτησης προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 5,5% το 2026, από 5,2% το 2025, με στήριξη από τη μεταποίηση και τη φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων. Στην Ινδία, η ζήτηση εκτιμάται ότι θα ανακάμψει στο 7%, μετά το 1,6% του 2025, όταν ένας πρώιμος μουσώνας περιόρισε την κατανάλωση. Στις ΗΠΑ, η κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί κατά σχεδόν 2%, με αιχμή τα data centres, τον κλιματισμό και τη βιομηχανία, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση η άνοδος υπολογίζεται στο 2%.
Αντίθετα, το υψηλότερο κόστος ενέργειας και οι διαταραχές εφοδιασμού συμπιέζουν την κατανάλωση σε αγορές της Ασίας που εισάγουν LNG και είναι πιο ευαίσθητες στις τιμές, όπως το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές. Η IEA επισημαίνει ότι ένα El Niño ισχυρότερο από τις προβλέψεις θα μπορούσε να αυξήσει περαιτέρω τη ζήτηση, λόγω μεγαλύτερων αναγκών ψύξης, και να περιορίσει την υδροηλεκτρική και αιολική παραγωγή σε ορισμένες περιοχές.
Οι συνέπειες της κρίσης αποτυπώθηκαν και στις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι μέσες τιμές spot στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία αυξήθηκαν πάνω από 30% σε ετήσια βάση. Στις ΗΠΑ παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες, στην Ινδία αυξήθηκαν λιγότερο από 10%, ενώ στην Αυστραλία ήταν περίπου 45% χαμηλότερες, καθώς η ισχυρή παραγωγή από ΑΠΕ και η ταχεία ανάπτυξη αποθήκευσης με μπαταρίες περιόρισαν την εξάρτηση από μονάδες φυσικού αερίου στις ώρες αιχμής.
Η αξία της ευελιξίας
Η διεύρυνση της παραγωγής από ΑΠΕ συνοδεύεται από συχνότερες αρνητικές χονδρεμπορικές τιμές σε ορισμένες αγορές, ένδειξη ανεπαρκούς ευελιξίας για τεχνικούς, ρυθμιστικούς ή συμβατικούς λόγους. Στη Νότια Αυστραλία και την Καλιφόρνια, αρνητικές τιμές καταγράφηκαν περίπου στο 20% των ωρών της χονδρεμπορικής αγοράς στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό αυξήθηκε στο 17%, από 10% το 2025, ενώ σε Σουηδία και Φινλανδία υποχώρησε από περίπου 6% σε 2%, μετά την ενίσχυση μέτρων ευελιξίας στην προσφορά και τη ζήτηση.
Κατά τους ευρωπαϊκούς καύσωνες του Ιουνίου, η διαφορά ανάμεσα στις χαμηλές τιμές του μεσημεριού και τις βραδινές κορυφές έφθασε τα 600 δολάρια ανά μεγαβατώρα σε αρκετές αγορές. Η IEA συνδέει αυτή τη μεταβλητότητα με την αυξανόμενη ανάγκη για αποθήκευση σε μπαταρίες και απόκριση ζήτησης, ώστε τα συστήματα να μεταφέρουν παραγωγή και κατανάλωση μεταξύ ωρών και να διατηρούν αξιόπιστη λειτουργία.



