Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς εκτιμά ότι η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την Ευρωπαϊκή Ένωση από τους έξι μήνες πολέμου στον Περσικό Κόλπο φθάνει τα 145 δισ. ευρώ, καθώς η ενεργειακή, εμπορική και πληθωριστική πίεση μεταφέρεται στις επιχειρήσεις, τις μεταφορές και τα νοικοκυριά. Για την Ελλάδα, η εκτίμηση του Επιμελητηρίου τοποθετεί το κόστος του εξαμήνου στα 3 δισ. ευρώ.
Η ανασκόπηση του ΕΒΕΠ καλύπτει την περίοδο από το τέλος Φεβρουαρίου έως το τέλος Αυγούστου και καταγράφει έξι φάσεις κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης. Το Επιμελητήριο θεωρεί ότι η διαταραχή επηρεάζει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το 2026, μέσα από την άνοδο του κόστους ενέργειας, των ναύλων, των ασφαλίστρων και της χρηματοδότησης μέτρων στήριξης.
Ο ενεργειακός λογαριασμός της Ευρώπης
Ο δραστικός περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου. Τον Ιούλιο, οι διεθνείς τιμές παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, παρά την υποχώρησή τους από τις ακραίες τιμές των πρώτων εβδομάδων.
Το ΕΒΕΠ εκτιμά τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό της ΕΕ σε περίπου 85 δισ. ευρώ. Η ευρωπαϊκή οικονομία καταβάλλει υψηλότερα ποσά για ίδιες ή μικρότερες ποσότητες ενέργειας, ενώ η μεγαλύτερη προσφυγή στο LNG έχει αυξήσει την έκθεσή της στις παγκόσμιες ναυτιλιακές διαδρομές και στις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών.
Η ΕΕ αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξής της για το 2026 στο 1,1%, με τη νέα ενεργειακή διαταραχή να συγκαταλέγεται στους παράγοντες της επιβράδυνσης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πόλεμος μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης σε ορίζοντα δύο ετών. Με βάση αυτές τις αναθεωρήσεις, το ΕΒΕΠ προσεγγίζει την απώλεια κύκλου εργασιών της πραγματικής οικονομίας στην ΕΕ στα 30 δισ. ευρώ για το εξάμηνο.
Πληθωρισμός, εφοδιαστική αλυσίδα και δημόσιες δαπάνες
Η ΕΚΤ προβλέπει κορύφωση του πληθωρισμού περίπου στο 3% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, λόγω της μετακύλισης των αυξημένων τιμών πετρελαίου στα καύσιμα, τα τρόφιμα και τα γεωργικά προϊόντα. Η πληθωριστική επιβάρυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας υπολογίζεται σε περίπου 25 δισ. ευρώ, μέσω απώλειας αγοραστικής δύναμης και αύξησης του λειτουργικού κόστους.
Άλλα 15 δισ. ευρώ αποδίδονται στο αυξημένο κόστος μεταφορών και εφοδιαστικών αλυσίδων, που συνδέεται με ακριβότερα ναύλα, ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, καθυστερήσεις και υψηλότερα αποθέματα. Το δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται επίσης σε περίπου 15 δισ. ευρώ. Μόνο τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο έφθαναν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Το ποσό των 145 δισ. ευρώ αποτελεί εκτίμηση συνολικού κόστους και περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλεια εισοδήματος και μακροοικονομικές επιπτώσεις. Το ΕΒΕΠ το παρουσιάζει ως τάξη μεγέθους της εξάμηνης επιβάρυνσης, χωρίς να το ταυτίζει με άμεση απώλεια ΑΕΠ.
Η ελληνική οικονομία και η ναυτιλία
Για την Ελλάδα, περίπου 1,5 δισ. ευρώ αφορούν τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατ. ευρώ απώλεια τζίρου, 500 εκατ. ευρώ μεταφορές και εφοδιασμό και 400 εκατ. ευρώ δημοσιονομική επιβάρυνση. Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, χωρίς αυτοτελή προσθήκη στο συνολικό ποσό, καθώς μέρος της έχει ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% στο α’ εξάμηνο του 2026, ενώ ο πληθωρισμός υποχώρησε από 3,9% τον Ιούνιο σε 2,7% τον Ιούλιο. Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι η ακρίβεια συνεχίζει να περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και να πιέζει τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η ακτοπλοΐα επιβαρύνεται από τις τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων, ενώ η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία επωφελείται από υψηλότερους ναύλους, με αυξημένους κινδύνους, ασφάλιστρα και διάρκεια ταξιδιών. Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης ζητεί ενεργειακή διαφοροποίηση, επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα και logistics hubs, καθώς και ενίσχυση της εγχώριας και ευρωπαϊκής παραγωγής.



