Ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η συζήτηση για τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας πρέπει να συμπεριλάβει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας: το συσσωρευμένο ιδιωτικό χρέος.
Η εικόνα της νέας ρύθμισης των 72 δόσεων είναι αποκαλυπτική. Οι αιτήσεις παραμένουν μόλις μερικές χιλιάδες, όταν οι δυνητικοί δικαιούχοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι οφειλέτες δεν θέλουν να πληρώσουν. Σημαίνει ότι για πολλούς η ρύθμιση δεν μπορεί να πληρωθεί.
Οι περιορισμοί ως προς τον χρόνο δημιουργίας των οφειλών, η ανάγκη παράλληλης εξυπηρέτησης νεότερων χρεών, το επιτόκιο της τάξης του 5%-6% και η απουσία ουσιαστικής μείωσης προσαυξήσεων δημιουργούν ένα πλαίσιο που απέχει από την καθημερινή πραγματικότητα πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Και αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται στους αριθμούς: τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν φτάσει τα 166,9 δισ. ευρώ, ενώ σχεδόν 4,8 εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία.
Γι’ αυτό χρειάζεται να αλλάξουμε τη συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε 72 ή 120 δόσεις. Είναι πώς θα δημιουργήσουμε μια ρύθμιση που κάθε βιώσιμη επιχείρηση θα μπορεί πραγματικά να εξυπηρετεί. Σήμερα η τεχνολογία μάς δίνει αυτή τη δυνατότητα.
Το Δημόσιο διαθέτει ήδη, μέσω των ψηφιακών του συστημάτων, σημαντικά οικονομικά δεδομένα για κάθε επιχείρηση: τζίρο, φορολογικές υποχρεώσεις, ασφαλιστικές εισφορές, ιστορικό πληρωμών και ρυθμίσεων. Με έναν σύγχρονο ψηφιακό μηχανισμό αξιολόγησης μπορούν να προσδιορίζονται, με διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια, η πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, το ύψος της μηνιαίας δόσης και η διάρκεια της ρύθμισης.
Δεν έχουν όλες οι επιχειρήσεις την ίδια οικονομική δυνατότητα. Για κάποια επιχείρηση μια οφειλή μπορεί να εξυπηρετηθεί σε 48 δόσεις. Για κάποια άλλη χρειάζονται 72. Για μια τρίτη, 120. Γιατί λοιπόν να επιμένουμε σε ένα οριζόντιο μοντέλο, όταν μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα εξατομικευμένο σύστημα βιώσιμης ρύθμισης;
Η πρότασή μας ενόψει ΔΕΘ είναι συγκεκριμένη: δυνατότητα έως 120 δόσεων, χαμηλότερο επιτόκιο, ουσιαστική μείωση προσαυξήσεων, ένταξη παλαιών και νεότερων οφειλών και ψηφιακός προσδιορισμός της δόσης ανάλογα με το οικονομικό προφίλ και την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής κάθε επιχείρησης.
Και για όποιον τηρεί τη ρύθμισή του, πρέπει να υπάρχει ένα αντίστοιχο κίνητρο: προστασία από αναγκαστικά μέτρα και ένας πραγματικά λειτουργικός ακατάσχετος επαγγελματικός λογαριασμός.
Δεν ζητάμε διαγραφή υποχρεώσεων. Δεν ζητάμε επιβράβευση της ασυνέπειας. Ζητάμε να δώσουμε στον συνεπή επιχειρηματία τη δυνατότητα να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Μια επιχείρηση εγκλωβισμένη σε μη εξυπηρετούμενα χρέη δεν επενδύει, δεν αναπτύσσεται και δυσκολεύεται να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Αντίθετα, μια επιχείρηση που μπορεί να εξυπηρετεί μια βιώσιμη ρύθμιση συνεχίζει να λειτουργεί, να πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της και ταυτόχρονα να αποπληρώνει το παρελθόν της.
Αυτό πρέπει να είναι μία από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις για την επιχειρηματικότητα που θα ανοίξει η φετινή ΔΕΘ: Από τις οριζόντιες ρυθμίσεις του χθες, στις εξατομικευμένες και βιώσιμες ρυθμίσεις του αύριο. Γιατί τελικά, η καλύτερη ρύθμιση για το Δημόσιο και την αγορά δεν είναι αυτή που προβλέπει τις λιγότερες δόσεις. Είναι αυτή που πληρώνεται.
Του Θοδωρή Καπράλου, Προέδρου του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς



