Η ανάπτυξη data centers συνδέει την τεχνητή νοημοσύνη με πολύ συγκεκριμένα ζητήματα: ηλεκτρική ενέργεια, νερό, υπολογιστική ισχύ, δημόσιους πόρους και μακροχρόνιες επενδύσεις. Η συζήτηση έχει ξεπεράσει το στενό τεχνολογικό πεδίο και αγγίζει πλέον τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα οφέλη, το κόστος και η ευθύνη για υποδομές μεγάλης κλίμακας.
Θετική στάση με όρους
Για την Ελλάδα, το θέμα αποκτά άμεση διάσταση μέσα από τη στάση των πολιτών απέναντι στην κατασκευή data centers. Σε ηλεκτρονική έρευνα της Ierax Analytix, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2026 σε 943 άτομα ηλικίας άνω των 18 ετών, το 66% τάσσεται υπέρ της κατασκευής data centers στην Ελλάδα, ενώ το 50% θεωρεί ότι γνωρίζει τι είναι οι συγκεκριμένες υποδομές.
Η στήριξη για την κατασκευή data centers συνοδεύεται από επιφυλάξεις για τον τρόπο διαχείρισης των επενδύσεων. Το 78% των συμμετεχόντων στην έρευνα της Ierax Analytix εκφράζει δυσπιστία ότι η κυβέρνηση μπορεί να διαχειριστεί αυτή την επένδυση προς όφελος των πολιτών. Η απόσταση ανάμεσα στη θετική στάση για την κατασκευή και στη δυσπιστία για τη διαχείριση ορίζει τον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης.
Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού αποτελεί τον βασικό φόβο που καταγράφεται στην έρευνα. Τα δύο αυτά στοιχεία αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες θα αναπτυχθούν νέες υποδομές και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται το αποτύπωμά τους. Η αποδοχή μιας επένδυσης συνδέεται έτσι με πρακτικά ερωτήματα για τους πόρους που θα απαιτήσει και για το ποιοι θα επωφεληθούν από αυτήν.
Το γεγονός ότι το 50% θεωρεί πως γνωρίζει τι είναι τα data centers προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην εικόνα. Η έρευνα καταγράφει αυτοαξιολόγηση γνώσης, όχι μέτρηση τεχνικής κατανόησης. Η συζήτηση για τις συγκεκριμένες επενδύσεις χρειάζεται επομένως σαφείς πληροφορίες για το ενεργειακό και υδατικό τους αποτύπωμα, καθώς και για τη σχέση τους με την οικονομία και τη δημόσια πολιτική.
Η ελληνική αγορά έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή τα data centers απαιτούν συνδυασμό ιδιωτικών κεφαλαίων, δημόσιων αποφάσεων και κοινωνικής συναίνεσης. Η θετική στάση για την κατασκευή δημιουργεί μια βάση αποδοχής. Η δυσπιστία για τη διαχείριση και οι ανησυχίες για ρεύμα και νερό περιγράφουν τους όρους που αναμένεται να κρίνουν την αντοχή αυτής της αποδοχής.
Η PwC προβλέπει επενδύσεις 31,6 τρισ. δολαρίων
Η PwC προβλέπει στο Global Data Centre Outlook ότι οι παγκόσμιες κεφαλαιακές δαπάνες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης θα φθάσουν τα 31,6 τρισ. δολάρια έως το 2050. Η εκτίμηση αφορά την υπολογιστική ισχύ που απαιτεί η AI και περιλαμβάνει τόσο τα κτίρια των data centers όσο και τον τεχνολογικό εξοπλισμό που λειτουργεί σε αυτά. Πρόκειται για πρόβλεψη βασικού σεναρίου και όχι για καταγεγραμμένη επένδυση.
Οι ετήσιες δαπάνες για data centers προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 800 δισ. δολάρια το 2026 σε 1,8 τρισ. δολάρια το 2050. Η PwC αποδίδει τη διάρκεια αυτού του επενδυτικού κύκλου στις συχνές αναβαθμίσεις των chips και του υπόλοιπου εξοπλισμού τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Η αρχική κατασκευή των εγκαταστάσεων αποτελεί μόνο ένα μέρος της συνολικής δαπάνης, καθώς η λειτουργία της υποδομής AI απαιτεί επαναλαμβανόμενες επενδύσεις σε εξοπλισμό.
Η συμμετοχή του ICT εξοπλισμού στις συνολικές επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθεί από 70% σήμερα σε 93% το 2050. Η μετατόπιση αυτή εξηγεί τη βαρύτητα που αποκτούν η πρόσβαση σε προηγμένα chips, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι εξαγωγικοί περιορισμοί. Οι ΗΠΑ αναμένεται να συγκεντρώσουν το 48% των επενδύσεων, ή 15,1 τρισ. δολάρια, ενώ η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού προβλέπεται να απορροφήσει σωρευτικά 8,2 τρισ. δολάρια, με την Κίνα και την Ινδία να ηγούνται.
Η PwC συνδέει την κατεύθυνση των επενδύσεων με την πρόσβαση σε οικονομική, αξιόπιστη και χαμηλών εκπομπών ηλεκτρική ενέργεια σε μεγάλη κλίμακα. Η συνδεσιμότητα, η ασφάλεια, η σταθερότητα του κανονιστικού πλαισίου, η κοινωνική συναίνεση και η πρόσβαση σε GPUs συμπληρώνουν τα κριτήρια για την επιλογή της γεωγραφικής τοποθεσίας νέων υποδομών.
Η έκθεση καλύπτει 46 χώρες και περιοχές, οι οποίες, σύμφωνα με την PwC, αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειονότητα της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας και των επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές. Η εταιρεία ανέθεσε στην Oxford Economics τη μοντελοποίηση των κεφαλαιακών δαπανών. Η μεθοδολογική αυτή βάση τοποθετεί τις προβλέψεις στην κατηγορία της μακροπρόθεσμης εκτίμησης και όχι της βραχυπρόθεσμης πρόβλεψης αγοράς.
Η PwC εξέτασε και ένα σενάριο αυστηρότερων εξαγωγικών ελέγχων που θα διαταράξουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού chips. Σε αυτή την περίπτωση, οι ετήσιες επενδύσεις υποχωρούν περίπου στο μισό της κεντρικής πρόβλεψης έως το 2030 και ακολουθεί σταδιακή ανάκαμψη. Η σωρευτική παγκόσμια επένδυση έως το 2050 υπολογίζεται τότε σε περίπου 25,5 τρισ. δολάρια, δηλαδή κατά περίπου 6 τρισ. δολάρια χαμηλότερα από το βασικό σενάριο.
Σε ένα δεύτερο σενάριο, η μεγαλύτερη έμφαση στην ψηφιακή κυριαρχία και στις αξιόπιστες εγχώριες υποδομές μετακινεί τα κεφάλαια προς χώρες με ισχυρή εγχώρια ζήτηση και περιορισμένη υφιστάμενη δυναμικότητα data centers. Η συνολική δαπάνη υποχωρεί μόνο ελαφρά. Η γεωγραφία των επενδύσεων, όμως, αλλάζει καθώς κυβερνήσεις και ρυθμιζόμενοι κλάδοι δίνουν προτεραιότητα σε τοπικές υποδομές.
Η ΕΕ έχει ήδη ανοίξει τη διαδικασία για τις AI Gigafactories
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προκηρύξει διαγωνισμό για τη δημιουργία έως επτά AI Gigafactories στην Ευρώπη. Η επίσημη ανακοίνωση της Επιτροπής περιγράφει υποδομές που θα συνδυάζουν προηγμένους AI processors, λογισμικό, cloud technology stacks, συνδεσιμότητα υψηλής ταχύτητας και ενεργειακά αποδοτικά data centers. Στόχος τους είναι να προσφέρουν σε νεοφυείς και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις, μικρομεσαίες εταιρείες, βιομηχανία, ακαδημαϊκούς φορείς και δημόσιες αρχές υποδομές για εκπαίδευση, inference και fine-tuning προηγμένων μοντέλων AI.
Η πρωτοβουλία, που καθοδηγείται από τη βιομηχανία, υποστηρίζεται με έως 10 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους. Η Επιτροπή εκτιμά ότι μπορεί να κινητοποιήσει τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ ιδιωτικών επενδύσεων. Οι αποφάσεις ανάθεσης για έως επτά AI Gigafactories αναμένονται στις αρχές του 2027, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης από το EuroHPC.
Το Politico γράφει ότι 18 από τα 27 κράτη-μέλη έχουν δεσμεύσει χρηματοδότηση σε κάποια μορφή, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να δεσμευτούν πως θα αγοράζουν υπολογιστική ισχύ από τα έργα gigafactory, με ποσά ίσα ή μεγαλύτερα από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που προβλέπεται για κάθε έργο.
Σύμφωνα με το Politico, η δημόσια χρηματοδότηση θα καλύπτει έως 35% της συνολικής επένδυσης, με τον ιδιωτικό τομέα να αναλαμβάνει το υπόλοιπο. Το μοντέλο αυτό μετατρέπει το κράτος σε μελλοντικό «πελάτη» υπολογιστικής ισχύος και επιχειρεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υψηλότερες τιμές ενέργειας και μεγαλύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Η χρηματοδότηση συνδέεται με αποφάσεις που επιβαρύνουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς για χρόνια. Όπως αναφέρεται, εννέα χώρες απέφυγαν να δεσμεύσουν κεφάλαια, σε μια περίοδο δημοσιονομικών πιέσεων. Η ολλανδική κυβέρνηση, σε επιστολή που έστειλε τον Μάρτιο, ανέφερε ότι ο τρέχων προϋπολογισμός προσφέρει περιορισμένο χώρο για τις αναγκαίες χρηματοδοτικές υποχρεώσεις και προτίμησε μια πιο ευέλικτη και βιώσιμη ανάπτυξη υποδομών AI.
Η ελληνική δέσμευση και ο κοινός παρονομαστής
Η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες που σχεδιάζουν να διαθέσουν 200 εκατ. ευρώ για ένα μεγαλύτερο AI Gigafactory. Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Ιταλία. Η Γαλλία, η Δανία, η Πολωνία και η Τσεχία έχουν δεσμευτεί για 100 εκατ. ευρώ σε μικρότερο έργο.
Οι δεσμεύσεις αυτές βρίσκονται σε στάδιο σχεδιασμού και υποστήριξης υποψηφιοτήτων. Η Γερμανία έχει ήδη δεσμεύσει επιπλέον 800 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική εθνική συνεισφορά της στο 1 δισ. ευρώ. Η Σουηδία έχει δεσμεύσει 50 εκατ. ευρώ και η Λιθουανία 1 εκατ. ευρώ, ενώ η Κροατία, η Ουγγαρία και η Λιθουανία υποστηρίζουν την πολωνική υποψηφιότητα με συνολικά 36 εκατ. ευρώ.
Η επιλογή έως επτά AI Gigafactories παραμένει εκκρεμής. Επομένως, η υλοποίηση τυχόν ελληνικής AI Gigafactory εξαρτάται από την επιλογή του έργου και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων. Η επίσημη διαδικασία προβλέπει έναρξη κατασκευής μέσα στο 2027 και λειτουργία των επιλεγμένων εγκαταστάσεων έως 18 μήνες μετά την υπογραφή των συμβάσεων.
Ο κοινός παρονομαστής όλων των στοιχείων είναι η διαχείριση σπάνιων πόρων και δημόσιων επιλογών. Η έρευνα στην Ελλάδα φέρνει στο προσκήνιο την κοινωνική αποδοχή, την εμπιστοσύνη και το ενεργειακό ή υδατικό αποτύπωμα. Οι προβλέψεις για την AI δείχνουν την κλίμακα των επενδύσεων και τη βαρύτητα της ενεργειακής επάρκειας. Το ευρωπαϊκό σχέδιο μεταφέρει αυτή την ανάγκη σε ένα μοντέλο χρηματοδότησης που συνδυάζει δημόσιες δεσμεύσεις, ιδιωτικό κεφάλαιο και μακροχρόνια αγορά υπολογιστικής ισχύος.
Τα κρίσιμα σημεία
- Η Ierax Analytix καταγράφει στήριξη 66% για την κατασκευή data centers στην Ελλάδα, με 78% δυσπιστία για τη διαχείριση της επένδυσης από την κυβέρνηση και βασικές ανησυχίες για ρεύμα και νερό.
- Η PwC προβλέπει παγκόσμιες κεφαλαιακές δαπάνες 31,6 τρισ. δολαρίων έως το 2050, με την ενέργεια, την πρόσβαση σε GPUs και την κοινωνική συναίνεση να επηρεάζουν τη ροή των επενδύσεων.
- Η ΕΕ έχει ήδη προκηρύξει διαγωνισμό για έως επτά AI Gigafactories, με αποφάσεις ανάθεσης στις αρχές του 2027. Η ελληνική δέσμευση των 200 εκατ. ευρώ αφορά σχεδιαζόμενη συμμετοχή στη συγκεκριμένη διαδικασία.
Βασικές πηγές
- Ierax Analytix, «Έρευνα για τα data centers της Ελλάδας»
- PwC, Global Data Centre Outlook
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «EU launches AI Gigafactories call to boost Europe’s computing capacity and unlock more than €30 billion in investment»
- EuroHPC, «Pharos, Greece»
- Politico, «The EU is ready to bet billions on data centers. Not all countries want in.»



