Ο ελληνικός εταιρικός τομέας κατέγραψε το 2025 42.753 ανοίγματα επιχειρήσεων έναντι 16.012 κλεισιμάτων και θετικό καθαρό ισοζύγιο 26.741. Η εικόνα συνοδεύεται από έντονο κατακερματισμό: στις 31 Δεκεμβρίου 2025 λειτουργούσαν 998.737 ενεργές επιχειρηματικές οντότητες, από τις οποίες το 63,8% ήταν ατομικές επιχειρήσεις και το 73,7% μονοπρόσωπα σχήματα. Ο εθνικός δείκτης επιχειρηματικής πυκνότητας διαμορφώθηκε στις 96,3 επιχειρήσεις ανά 1.000 κατοίκους.
Η «Ετήσια Έκθεση Επιχειρηματικότητας: ΓΕΜΗ 2025» του Ινστιτούτου Ερευνών & Μελετών (ΙΕΜΕ) της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ) δείχνει ότι το θετικό ισοζύγιο ιδρύσεων διατηρείται από το 2017, ακόμη και στις περιόδους της υγειονομικής και της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού. Η έκθεση παρουσιάστηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2026 στη Θεσσαλονίκη, κατά τη Γενική Συνέλευση της ΚΕΕΕ και την παρουσία των Επιμελητηρίων στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Περισσότερες ΙΚΕ, περιορισμένοι μετασχηματισμοί
Η σύνθεση των νέων συστάσεων αλλάζει σταδιακά. Το μερίδιο των ατομικών επιχειρήσεων υποχώρησε από 68,3% σε 45,2% μέσα στην τελευταία δεκαετία, ενώ οι Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες έφτασαν τις 106.488, αριθμός που αντιστοιχεί στο 10,7% των ενεργών επιχειρήσεων. Η μετάβαση αφορά κυρίως νέες συστάσεις, καθώς οι πραγματικοί μετασχηματισμοί υφιστάμενων επιχειρήσεων σε ΙΚΕ περιορίζονται στο 4,1%, ενώ η μέση ηλικία των ΙΚΕ φτάνει μόλις τα 5 έτη.
Η πρώτη πενταετία αποτελεί το κρισιμότερο διάστημα για την αντοχή των εταιρικών επιχειρήσεων. Το 33,0% όσων παραμένουν ενεργές λειτουργεί έως δύο έτη και άλλο 18,7% από τρία έως πέντε έτη, με την εντονότερη φθορά να καταγράφεται μεταξύ του τρίτου και του πέμπτου έτους. Οι μεγαλύτερες και περισσότερο οργανωμένες κεφαλαιουχικές μορφές εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Το χάσμα σε μέγεθος και γεωγραφία
Η πόλωση γίνεται εντονότερη στα οικονομικά μεγέθη. Από τις 121.878 εταιρικές επιχειρήσεις με διαθέσιμα στοιχεία για τη χρήση 2024, το 80,6% είναι πολύ μικρές. Μόλις 796 μεγάλες επιχειρήσεις, ποσοστό 0,7% του συγκεκριμένου συνόλου, παρήγαγαν το 53,0% του τζίρου, ενώ οι ανώνυμες εταιρείες συγκέντρωσαν το 83,5% του τζίρου.
Η έκθεση τοποθετεί έτσι το βάρος στην ποιότητα και την αντοχή του επιχειρηματικού ιστού. Ως κεντρική αναπτυξιακή πρόκληση προσδιορίζει τη δημιουργία περισσότερων βιώσιμων, παραγωγικών, εξωστρεφών και οργανωτικά ισχυρότερων επιχειρήσεων, πέρα από την αύξηση του αριθμού των νέων σχημάτων. Η μεγάλη συγκέντρωση του τζίρου και η κυριαρχία των πολύ μικρών μονάδων συνθέτουν το έλλειμμα μεγέθους που συνοδεύει το θετικό ισοζύγιο ιδρύσεων.
Μεγάλες αποκλίσεις καταγράφονται και στον επιχειρηματικό χάρτη. Η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία συγκεντρώνουν πάνω από το ήμισυ της επιχειρηματικής βάσης, ενώ η πυκνότητα κυμαίνεται από 187,7 επιχειρήσεις ανά 1.000 κατοίκους στα Ιόνια Νησιά και 180,1 στο Νότιο Αιγαίο έως 71,5 στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Σε επίπεδο περιφερειακής ενότητας, οι Κυκλάδες φτάνουν τις 257,9 επιχειρήσεις ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 57,5 στη Ροδόπη και 64,4 σε Ξάνθη και Σέρρες. Οι υψηλές τιμές συνδέονται με τον τουρισμό, τη φιλοξενία και την εστίαση, στοιχείο που αντανακλά την εξάρτηση αρκετών τοπικών οικονομιών από την εποχικότητα.
Ηλικιακή ανανέωση και στοιχεία πολιτικής
Η μέση ηλικία των επιχειρηματικών προσώπων διαμορφώνεται στα 46,6 έτη, με τις ηλικίες έως 29 ετών να περιορίζονται στο 7,2% και τη γυναικεία συμμετοχή στο 31,3%. Η έκθεση συνδέει αυτά τα ποσοστά με την ανάγκη διαδοχής και ανανέωσης του επιχειρηματικού δυναμικού. Την ίδια ώρα, οι νέες ιδρύσεις μετακινούνται από το παραδοσιακό εμπόριο προς τις μεταφορές, τις κατασκευές και τις επαγγελματικές υπηρεσίες. Τα δεδομένα αυτά στηρίζουν, κατά την έκθεση, την ανάγκη για παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στην κλαδική σύνθεση, την τουριστική εξάρτηση και την ηλικιακή διάρθρωση κάθε περιφέρειας.
Η ανάλυση βασίστηκε αποκλειστικά σε διοικητικά δεδομένα του ΓΕΜΗ, με ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου 2025, ενώ οι δείκτες οικονομικής επίδοσης προέρχονται από τη χρήση 2024. Από 1.615.379 αρχικές εγγραφές, ο έλεγχος ποιότητας κατέληξε σε 1.610.442 μοναδιαίες επιχειρηματικές οντότητες. Η έκθεση θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο με την ίδια μεθοδολογία και συνοδεύεται από χωριστή καρτέλα δεδομένων για καθένα από τα 59 Επιμελητήρια, ώστε οι συγκρίσεις στον χρόνο και μεταξύ περιοχών να στηρίζουν τις θέσεις του επιμελητηριακού θεσμού, ιδίως ενόψει της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2027.



