Από την παράνομη παραγωγή μέχρι το λαθρεμπόριο, το παράνομο εμπόριο καπνού εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για την ΕΕ, με αρνητικές επιπτώσεις στα οικονομικά της, στη δημόσια υγεία και στην ασφάλεια: αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ). Παρά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των χωρών της ΕΕ να καταπολεμήσουν αυτό το παγκόσμιο εγκληματικό φαινόμενο, η δράση τους δεν είναι τόσο συντονισμένη όσο θα έπρεπε. Η παράνομη παραγωγή στην ΕΕ αυξάνεται διαρκώς, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στο λαθρεμπόριο γίνονται όλο και πιο περίπλοκες, ενώ αυξάνονται συνεχώς τα νέα προϊόντα καπνού. Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΕΣ επικρίνει την ελλιπή συνεργασία μεταξύ των διάφορων χωρών, η οποία πάσχει από κενά και απουσία συντονισμένης προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ.
Το παράνομο εμπόριο καπνού έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια. Ενεργώντας στρατηγικά, οι ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος έχουν μεταφέρει την παραγωγή από την Ουκρανία στην ΕΕ, συντέμνοντας με αυτό τον τρόπο τις αλυσίδες εφοδιασμού και εξασφαλίζοντας αμεσότερη πρόσβαση για τους καταναλωτές. Το λαθρεμπόριο παραμένει ως πρόβλημα, ταυτόχρονα δε παράνομες εγκαταστάσεις παρασκευής έχουν εντοπιστεί σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ένωσης και η παράνομη παραγωγή εμφανίζεται αυξημένη στην ΕΕ συνολικά. Για παράδειγμα, σε ένα εργοστάσιο παράνομης παραγωγής τσιγάρων σε μεγάλη κλίμακα στο Βέλγιο, κάθε μηχανή μπορούσε να παράγει περί το ένα εκατομμύριο τσιγάρα την ώρα. Στο μεγαλύτερο παράνομο εργοστάσιο που αποξηλώθηκε στην Ισπανία, κατασχέθηκαν τρία εκατομμύρια πακέτα παραποιημένων τσιγάρων, ποσότητα που αντιστοιχούσε 56 φορές στο ύψος του όρους Έβερεστ αν τα τσιγάρα στοιβάζονταν οριζόντια.
«Η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει τη μάχη της κατά της μάστιγας του παράνομου καπνού να καεί σαν τσιγαρόχαρτο», δήλωσε ο Petri Sarvamaa, Μέλος του ΕΕΣ και επικεφαλής του ελέγχου. «Εάν όντως μας ενδιαφέρει η υγεία, το πορτοφόλι και η ασφάλεια των πολιτών, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να προετοιμαστούν για μια ολομέτωπη μάχη με αυτή την εγκληματική δραστηριότητα.»
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, το παράνομο εμπόριο καπνού στερεί ετησίως από τους προϋπολογισμούς της ΕΕ και των κρατών μελών της έσοδα ύψους 13 δισ. ευρώ. Βέβαια, ο αριθμός αυτός βασίζεται σε εξωτερικές μελέτες και αναφέρεται με κάθε επιφύλαξη. Παρόλα αυτά, γεγονός παραμένει ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη εκτίμηση της αγοράς του παράνομου καπνού, της δομής της και των οικονομικών επιπτώσεών της, π.χ. από άποψη απώλειας φορολογικών εσόδων, η οποία να καλύπτει ολόκληρη την ΕΕ. Τα στοιχεία αυτά, ωστόσο, είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό του μεγέθους του προβλήματος και τον σχεδιασμό ενός αποτελεσματικού τρόπου αντιμετώπισής του. Στην παρούσα φάση, το σύστημα αναφοράς στοιχείων της Επιτροπής βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κατασχέσεις και δεν δίνει πλήρη εικόνα της κατάστασης.
Την τελευταία δεκαετία, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της έλαβαν μέτρα για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου καπνού. Εντούτοις, η ενωσιακή νομοθεσία δεν είναι εναρμονισμένη και οι προσπάθειες των κρατών μελών χαρακτηρίζονται από ανομοιογένεια. Για παράδειγμα, οι βασικοί συντελεστές παραγωγής, όπως ο ακατέργαστος καπνός και τα μηχανήματα παραγωγής, και οι νέοι τύποι προϊόντων, όπως τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού και τα υγρά για ηλεκτρονικά τσιγάρα, δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλη την ΕΕ. Συγχρόνως, το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιλέγουν τα αντίμετρα που λαμβάνουν, με συνέπεια κενά στην επιβολή που μπορούν εύκολα να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος. Συγκεκριμένα, καθώς τα εθνικά συστήματα ελέγχου και οι προσεγγίσεις ως προς την επιβολή διαφέρουν μεταξύ τους, όπως συμβαίνει με τον ορισμό των σχετικών αδικημάτων και την αυστηρότητα των ποινών, δημιουργείται η δυνατότητα για μεταφορά των παράνομων δραστηριοτήτων σε λιγότερο αυστηρές δικαιοδοσίες. Επιπλέον, δεν υπάρχει συνέπεια στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των χωρών της ΕΕ.
Στην ΕΕ, οι αρμοδιότητες για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου καπνού είναι επιμερισμένες μεταξύ διάφορων συμφεροντούχων, χωρίς να υπάρχει μία οντότητα με σαφή συντονιστικό ρόλο. Έτσι, οι σχετικές πρωτοβουλίες είναι κατακερματισμένες. Ως εκ τούτου, το ΕΕΣ καλεί την Επιτροπή να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου προϊόντων καπνού.



