Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη πολιτών που προβλέπουν λιγότερες θέσεις εργασίας από την τεχνητή νοημοσύνη την επόμενη 20ετία. Η ανησυχία εκτείνεται στην ανισότητα και στην καθημερινή χρήση της τεχνολογίας, ενώ οι νεότεροι εμφανίζουν πολύ υψηλότερη εξοικείωση με την AI από τις μεγαλύτερες ηλικίες.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη αποκτήσει σαφή οικονομική διάσταση. Το 68% των πολιτών θεωρεί ότι η AI θα οδηγήσει σε λιγότερες θέσεις εργασίας στη χώρα μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, σύμφωνα με την έρευνα του Pew Research Center. Μόλις το 4% αναμένει περισσότερες θέσεις εργασίας, ενώ 15% εκτιμά ότι η επίδραση θα είναι περιορισμένη και 13% δηλώνει αβεβαιότητα.
Το ποσοστό αυτό τοποθετεί την Ελλάδα στην τέταρτη θέση ανάμεσα στις 37 χώρες της έρευνας, μετά την Αυστραλία με 76%, τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ με 71%. Αποτελεί επίσης την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που συμμετείχαν. Η απόσταση 64 ποσοστιαίων μονάδων ανάμεσα στην προσδοκία για λιγότερες και περισσότερες θέσεις εργασίας αποτυπώνει μια ιδιαίτερα αρνητική ανάγνωση της τεχνολογικής αλλαγής.
Η εργασία ως βασική ανησυχία
Η ερώτηση του Pew αφορούσε την επίδραση της AI στις θέσεις εργασίας στη χώρα κάθε ερωτώμενου μέσα στην επόμενη 20ετία. Η ελληνική απάντηση ξεχωρίζει επειδή ο φόβος για συρρίκνωση της απασχόλησης υπερβαίνει κατά πολύ τόσο την προσδοκία για νέες θέσεις όσο και την εκτίμηση μιας περιορισμένης επίδρασης.
Η Ελλάδα ανήκει, σύμφωνα με την ταξινόμηση της έρευνας, στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Στην κατηγορία αυτή, διάμεσο ποσοστό 55% προβλέπει λιγότερες θέσεις εργασίας από την AI, έναντι 36% στις χώρες μεσαίου εισοδήματος. Το ελληνικό 68% κινείται αισθητά πάνω από τον διάμεσο όρο των χωρών υψηλού εισοδήματος.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, πολίτες σε 34 από τις 37 χώρες τείνουν να προβλέπουν λιγότερες, αντί για περισσότερες, θέσεις εργασίας. Η έρευνα συνδέει διεθνώς την ισχυρότερη ανησυχία για απώλειες θέσεων εργασίας με χώρες υψηλότερου κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η παρατήρηση αυτή περιγράφει μια διεθνή συσχέτιση και δεν προσφέρει αιτιώδη εξήγηση για την ελληνική περίπτωση.
Η θέση της Ελλάδας στον πίνακα δίνει στο θέμα ειδικό βάρος. Η AI δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως μέσο δημιουργίας νέων επαγγελματικών δυνατοτήτων, αλλά ως παράγοντας που ενδέχεται να περιορίσει τις υπάρχουσες. Το εύρημα αφορά προσδοκίες για την επόμενη εικοσαετία, όχι αποτίμηση ήδη καταγεγραμμένης μεταβολής στην αγορά εργασίας. Αυτός ο χρονικός διαχωρισμός έχει σημασία: η έρευνα μετρά τη δημόσια πρόβλεψη για την κατεύθυνση της οικονομίας υπό την επίδραση της AI.
Η ανισότητα ενισχύει την επιφύλαξη
Η απαισιόδοξη στάση απέναντι στην απασχόληση συνοδεύεται από ανησυχία για την κατανομή του εισοδήματος. Το 42% στην Ελλάδα θεωρεί ότι η AI θα αυξήσει το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Αντίθετη άποψη εκφράζει το 3%, ενώ 26% εκτιμά ότι η τεχνολογία θα επιφέρει μικρή ή καμία διαφορά και 29% δηλώνει αβεβαιότητα.
Η διαφορά μεταξύ όσων αναμένουν διεύρυνση και όσων αναμένουν μείωση της ανισότητας φτάνει τις 39 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μαζί με τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά στις χώρες όπου τουλάχιστον περίπου τέσσερις στους δέκα πολίτες αναμένουν μεγαλύτερο χάσμα πλούτου εξαιτίας της AI.
Το Pew επισημαίνει ότι η ερώτηση για την ανισότητα αποδόθηκε με μέλλοντα σε ορισμένες μεταφράσεις και με πιο αμφίσημη χρονική διατύπωση σε άλλες. Το εύρημα, επομένως, καταγράφει την πεποίθηση ότι η AI συνδέεται με διεύρυνση της ανισότητας και όχι βεβαιότητα για ένα μελλοντικό αποτέλεσμα.
Η πολιτική αυτοτοποθέτηση διαφοροποιεί επίσης τις απαντήσεις. Το 52% όσων τοποθετούνται στην Αριστερά θεωρεί ότι η AI αυξάνει το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών, ποσοστό που περιορίζεται στο 40% στο Κέντρο και στο 36% στη Δεξιά. Η απόσταση 16 μονάδων ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες όπου η ιδεολογία έχει εμφανή σχέση με την ανάγνωση των κοινωνικών επιπτώσεων της τεχνολογίας.
Η ανισότητα και η απασχόληση λειτουργούν, έτσι, ως οι δύο βασικοί άξονες της ελληνικής επιφύλαξης. Τα δεδομένα δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπέρασμα για το πώς κάθε κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα εκτιμά την AI, καθώς η δημοσιευμένη έκθεση δεν παρέχει Ελλάδα-ειδικά ποσοστά ανά φύλο, εισόδημα ή επίπεδο εκπαίδευσης. Επιτρέπουν όμως μια σαφή αποτύπωση του συνολικού κλίματος.
Ενημερωμένοι νέοι, πιο ανήσυχοι μεγαλύτεροι
Η ελληνική εικόνα αποκτά μεγαλύτερο βάθος όταν εξετάζεται ανά ηλικία. Το 71% των πολιτών 18 έως 34 ετών δηλώνει ότι έχει ακούσει ή διαβάσει πολλά για την AI. Στις ηλικίες 35 έως 49 ετών, το ποσοστό υποχωρεί στο 40%, ενώ στους πολίτες 50 ετών και άνω περιορίζεται στο 21%.
Το χάσμα 50 ποσοστιαίων μονάδων ανάμεσα στους νεότερους και στους μεγαλύτερους αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα της έρευνας. Ηλικιακές διαφορές αυτού του μεγέθους προκύπτουν και σε άλλες χώρες, όμως η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις περιπτώσεις με την εντονότερη απόσταση. Η τεχνολογία, με άλλα λόγια, έχει πολύ διαφορετικό βαθμό ορατότητας στις νεότερες και στις μεγαλύτερες γενιές.
Η γενική συναισθηματική στάση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μεταξύ των 18-34 ετών, το 31% δηλώνει περισσότερο ανήσυχο παρά ενθουσιασμένο από την αυξημένη χρήση της AI στην καθημερινή ζωή. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 44% στις ηλικίες 35 έως 49 ετών και στο 57% στους άνω των 50 ετών.
Η απόσταση 26 μονάδων ανάμεσα στους νεότερους και στους μεγαλύτερους ενισχύει την εικόνα μιας κοινωνίας όπου η υψηλότερη ενημέρωση δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με τη μεγαλύτερη ανησυχία. Οι νεότεροι γνωρίζουν περισσότερο την τεχνολογία, ενώ οι μεγαλύτεροι εκφράζουν ισχυρότερη επιφύλαξη απέναντι στην καθημερινή της παρουσία.
Η διαφορά αυτή έχει και δημοσιογραφική αξία πέρα από τον αριθμό της. Η AI δεν εισέρχεται στην κοινωνική συζήτηση ως ενιαία εμπειρία. Το επίπεδο ενημέρωσης και η συναισθηματική αντίδραση μεταβάλλονται σημαντικά ανά ηλικιακή ομάδα, χωρίς η έρευνα να επιτρέπει περαιτέρω ερμηνεία για τους λόγους αυτής της διαφοροποίησης.
Η γενική στάση και η μικρή μεταβολή ενός έτους
Στο σύνολο του πληθυσμού, το 49% στην Ελλάδα δηλώνει περισσότερο ανήσυχο παρά ενθουσιασμένο από την αυξημένη χρήση της AI στην καθημερινότητα. Το 40% δηλώνει εξίσου ανήσυχο και ενθουσιασμένο, ενώ το 9% περισσότερο ενθουσιασμένο παρά ανήσυχο.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ακραίες στάσεις φτάνει τις 40 ποσοστιαίες μονάδες. Η AI, επομένως, δεν έχει κερδίσει ένα καθαρά θετικό κοινωνικό πρόσημο. Υπάρχει σημαντικό τμήμα πολιτών με μικτή στάση, αλλά η ανησυχία παραμένει η ισχυρότερη μεμονωμένη απάντηση.
Σε σύγκριση με το 2025, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι έχουν ακούσει ή διαβάσει πολλά για την AI αυξήθηκε από 34% σε 36%. Το ποσοστό όσων δηλώνουν περισσότερο ανήσυχοι παρά ενθουσιασμένοι μετακινήθηκε από 47% σε 49%. Η έκθεση παραθέτει τα δύο αποτελέσματα, χωρίς να χαρακτηρίζει τις συγκεκριμένες μεταβολές στην Ελλάδα ως στατιστικά σημαντικές.
Η αξία αυτών των αριθμών βρίσκεται περισσότερο στη συνεκτική εικόνα που σχηματίζουν παρά στις μικρές μεταβολές ενός έτους. Η Ελλάδα συνδυάζει υψηλή ανησυχία για την απασχόληση, ισχυρή επιφύλαξη για την ανισότητα, περιορισμένη έντονη ενημέρωση στο σύνολο του πληθυσμού και πολύ μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις γενιές.
Η ενότητα της έρευνας για την εμπιστοσύνη στη ρύθμιση της AI από εθνικές κυβερνήσεις, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ και την Κίνα κάλυψε 12 χώρες, χωρίς την Ελλάδα. Συνεπώς, η έκθεση δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα για το πώς οι Έλληνες αξιολογούν τους θεσμούς που θα μπορούσαν να ρυθμίσουν την τεχνολογία. Καταγράφει όμως με σαφήνεια μια δημόσια προσδοκία: η AI συνδέεται, στα μάτια μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, με μεγαλύτερη πίεση στην εργασία και με τον κίνδυνο διεύρυνσης των ανισοτήτων.
Τα κρίσιμα σημεία
- Το 68% στην Ελλάδα προβλέπει λιγότερες θέσεις εργασίας από την AI μέσα στην επόμενη 20ετία, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη.
- Το 42% θεωρεί ότι η AI θα αυξήσει το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, ενώ μόλις 3% αναμένει μείωση.
- Οι νέοι 18-34 ετών εμφανίζουν πολύ υψηλότερη εξοικείωση με την AI από τους άνω των 50 ετών, ενώ οι μεγαλύτεροι εκφράζουν ισχυρότερη ανησυχία.
Βασικές πηγές



