Το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε κατά περισσότερα από 10 τρισ. δολάρια το πρώτο εξάμηνο του 2026 και έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 365,5 τρισ. δολαρίων, με τις αναδυόμενες αγορές να ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου. Τα στοιχεία προέρχονται από το Global Debt Monitor του Ινστιτούτου Διεθνών Χρηματοοικονομικών (IIF). Η αύξηση ήταν μικρότερη από τη μισή των 21 τρισ. δολαρίων που είχαν προστεθεί την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Στις αναδυόμενες αγορές, το χρέος αυξήθηκε κατά 6,5 τρισ. δολάρια, στα 110,6 τρισ., με αιχμή την Κίνα. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες η άνοδος ήταν βραδύτερη, με το συνολικό χρέος τους να διαμορφώνεται στα 255 τρισ. δολάρια. Κατά το IIF, τα υψηλότερα επιτόκια, το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης, οι τιμές της ενέργειας και η σύγκρουση με το Ιράν περιόρισαν τον δανεισμό. Κυβερνήσεις και μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της νέας αύξησης, ενώ το χρέος και των δύο τομέων έφτασε σε επίπεδα ρεκόρ.
Η άνοδος στις αναδυόμενες αγορές
Το κρατικό χρέος των αναδυόμενων οικονομιών ανήλθε στο 76,8% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 72,2% έναν χρόνο νωρίτερα. Στις μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις ο λόγος ανέβηκε στο 89,1% από 87,3%, ενώ το χρέος των νοικοκυριών υποχώρησε ελαφρά στο 40,4%. Στην Κίνα, το κρατικό χρέος αυξήθηκε στο 103,3% του ΑΕΠ από 95%, ενώ το εταιρικό έφτασε στο 144,6%, το υψηλότερο μεταξύ των μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών.
Η άνοδος εκτείνεται πέρα από την Κίνα. Εξαιρουμένης της χώρας, το συνολικό χρέος των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομιών αυξήθηκε κατά περίπου 1,7 τρισ. δολάρια στο πρώτο εξάμηνο, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό των 38 τρισ. δολαρίων. Στην αναδυόμενη Ευρώπη, το κρατικό χρέος της Πολωνίας ανέβηκε στο 64,5% του ΑΕΠ από 56,8% έναν χρόνο πριν, ενώ της Ρουμανίας στο 61,3% από 59,7%. Στην Τουρκία, αντίθετα, το κρατικό χρέος υποχώρησε στο 25,1% από 26,6%.
Οι αναδυόμενες αγορές αντιμετωπίζουν λήξεις χρέους άνω των 3,5 τρισ. δολαρίων μέσα στο 2026, ποσό ρεκόρ κατά το IIF. Το ινστιτούτο επισημαίνει ότι οι εξωτερικές συνθήκες χρηματοδότησης παραμένουν ασυνήθιστα ευνοϊκές, με τις εκδόσεις κρατικών ευρωομολόγων να κινούνται σε ρυθμό ρεκόρ. Η πρόσβαση στις αγορές προσφέρει περιθώριο κινήσεων, αλλά το IIF τονίζει την ανάγκη για ισχυρότερες σχέσεις με επενδυτές και πιστωτές σε αρκετές χώρες.
Το βάρος των τόκων
Το μέσο κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων της G7 βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2008. Κατά το τελευταίο έτος, οι ανεπτυγμένες οικονομίες κατέβαλαν περισσότερα από 3,3 τρισ. δολάρια σε τόκους μόνο για διεθνώς διαπραγματεύσιμα κρατικά ομόλογα. Το IIF συγκρίνει το ποσό με εκτιμώμενες παγκόσμιες δαπάνες 2,6 τρισ. δολαρίων για την τεχνητή νοημοσύνη, 3,1 τρισ. για την άμυνα και 2,3 τρισ. για την καθαρή ενέργεια.
Οι ΗΠΑ, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία αντιμετωπίζουν επίμονα υψηλά ελλείμματα και αυξανόμενες πληρωμές τόκων, σύμφωνα με το IIF. Το ινστιτούτο εκτιμά ότι τα ελλείμματα έχουν παγιωθεί σε όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου. Για τις ανεπτυγμένες αγορές, οι λήξεις χρέους ξεπερνούν τα 12 τρισ. δολάρια μέσα στο 2026, αυξάνοντας τη σημασία του κόστους αναχρηματοδότησης.
Παρότι το παγκόσμιο χρέος αντιστοιχεί πλέον σε περίπου 310% του ΑΕΠ, έναντι κορύφωσης περίπου 25 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα στις αρχές του 2021, το IIF προειδοποιεί ότι η υποχώρηση του δείκτη δημιουργεί παραπλανητική εικόνα σταθερότητας. Την αποδίδει κυρίως στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού και όχι σε πραγματική απομόχλευση ή δημοσιονομική εξυγίανση. Η σύγκριση του σημερινού απόλυτου μεγέθους με προηγούμενες εκδόσεις της έκθεσης απαιτεί επίσης προσοχή, επειδή το IIF διεύρυνε την κάλυψη των αμερικανικών στοιχείων για τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Το ινστιτούτο αναμένει επιτάχυνση της συσσώρευσης χρέους, καθώς οι δαπάνες για υγεία, ενεργειακή ασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη και πληροφορική, καθώς και άμυνα, εκτιμάται ότι θα φτάσουν περίπου τα 25 τρισ. δολάρια το 2026. Μεγάλο μέρος αυτών των δαπανών, κατά την εκτίμησή του, επηρεάζεται περιορισμένα από τα επιτόκια, ενώ αυξανόμενο μερίδιο θα χρηματοδοτείται από τις αγορές.




