Χίος, 1960. Στο «Δέντρο που Πληγώναμε», την ταινία που γύρισε ο Δήμος Αβδελιώδης το 1986, ο Γιάννης βοηθά τη μητέρα του να μαζέψει τα «δάκρυα» της μαστίχας. Ο τίτλος παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο παράγεται: ο κορμός και τα μεγαλύτερα κλαδιά του μαστιχοφόρου σχίνου χαράζονται με μικρές τομές, το «κέντος». Από αυτές βγαίνει η φυσική αρωματική ρητίνη, η οποία στερεοποιείται, συλλέγεται και στη συνέχεια καθαρίζεται.
Η παραγωγή της Μαστίχας Χίου συνδέθηκε με τα Μαστιχοχώρια της Νότιας Χίου, όπου αναπτύχθηκε μια καλλιέργεια με ιστορία αιώνων. Η μαστίχα χρησιμοποιήθηκε στη διατροφή, στη φαρμακευτική και στα καλλυντικά και ταξίδεψε μέσα από εμπορικά δίκτυα πολύ πέρα από το Αιγαίο. Στη γενουατική και αργότερα στην οθωμανική περίοδο, η παραγωγή, η φορολόγηση και η εμπορία της τέθηκαν κάτω από ειδικούς μηχανισμούς ελέγχου.
Στον 20ό αιώνα, αυτή η μακρά εμπορική διαδρομή άρχισε να περνά από διαδοχικές κρίσεις. Η γεωγραφική σπανιότητα του προϊόντος δεν εξασφάλιζε από μόνη της ούτε σταθερή ζήτηση ούτε σταθερές τιμές. Η ποσότητα που έφθανε στην αγορά, τα δίκτυα εμπορίας, οι πόλεμοι και η δυνατότητα εξαγωγών επηρέαζαν άμεσα το εισόδημα των παραγωγών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, η μαστίχα, που επί αιώνες έφευγε από τη Χίο προς ξένες αγορές, είχε αρχίσει να μένει αδιάθετη στο νησί.
Όταν η νέα σοδειά συνάντησε την παλιά
Στη Χίο του 1946 και του 1947, η νέα σοδειά της μαστίχας συναντά την παλιά. Η Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου (ΕΜΧ) συγκεντρώνει την παραγωγή της χρονιάς μαζί με ποσότητες που είχαν μείνει αδιάθετες από τα χρόνια της Κατοχής. Οι παραγωγοί χρειάζονται εισόδημα και η καλλιέργεια συνεχίζεται, ενώ οι εμπορικοί δίαυλοι προς τις αγορές του εξωτερικού έχουν αποδιοργανωθεί από τον πόλεμο.
Η μέση ετήσια παραγωγή φθάνει περίπου τις 150.000 οκάδες, ενώ η εμπορική απορρόφηση κινείται στις 90.000 έως 100.000. Με μία οκά να αντιστοιχεί σε περίπου 1,282 κιλά, η Χίος παράγει γύρω στους 192 τόνους μαστίχας τον χρόνο και διαθέτει περίπου 115 έως 128. Η διαφορά μπορεί να φθάσει τις 50.000 έως 60.000 οκάδες, δηλαδή περίπου 64 έως 77 τόνους μέσα σε μία χρονιά. Περίπου 5.000 οικογένειες παραγωγών συνδέονται οικονομικά με αυτή την αγορά.
Επτά χρόνια νωρίτερα, η εικόνα ήταν διαφορετική. Το 1939, στην πρώτη χρονιά ουσιαστικής λειτουργίας της ΕΜΧ, παραγγελίες περίπου 80 τόνων είχαν φθάσει από το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Ινδία και τη Συρία, ενώ η ίδια η Ένωση κατέγραφε μεγάλη αύξηση της τιμής που καταβαλλόταν στους παραγωγούς. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η πορεία προς τις μεταπολεμικές αδιάθετες ποσότητες είχε, όμως, αρχίσει ήδη από τα προβλήματα της αγοράς στον Μεσοπόλεμο.
Η κρίση πριν από την Ένωση
Η ιστορική καταγραφή της ΕΜΧ αναφέρει αναστολή της καλλιέργειας στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επανεκκίνησή της μετά τη λήξη του. Η παραγωγή επέστρεψε, αλλά η αγορά δεν μπόρεσε να απορροφήσει ολόκληρη την ποσότητα. Οι χαμηλές τιμές και η δυσκολία διάθεσης επηρέασαν τα Μαστιχοχώρια στα χρόνια που ακολούθησαν. Το 1929 παρενέβη το κράτος, επιχειρώντας να ελέγξει την προσφορά μέσα από τη ρύθμιση τόσο της παραγωγικής περιόδου όσο και της επέκτασης των φυτεύσεων.
Ο Νόμος 4381 «Περί μέτρων προστασίας μαστίχης Χίου», που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 288/Α στις 16 Αυγούστου 1929, περιόρισε την περίοδο κέντους και συλλογής από τις 15 Ιουλίου έως τις 15 Οκτωβρίου. Οι νέες φυτεύσεις μπορούσαν να γίνουν μόνο κατόπιν άδειας του νομάρχη. Η ρύθμιση έθετε συγκεκριμένα όρια στην παραγωγική περίοδο και στην επέκταση της καλλιέργειας, ενώ το πρόβλημα των χαμηλών τιμών συνέχισε να απασχολεί τους παραγωγούς.
Στη δεκαετία του 1930 ακολούθησαν συζητήσεις, συνελεύσεις και κινητοποιήσεις για μια διαφορετική οργάνωση της αγοράς. Κεντρικό πρόσωπο αναδείχθηκε ο Γεώργιος Σταγκούλης, γιατρός από την Καλλιμασιά και πρωταγωνιστής του συνεταιριστικού κινήματος, ο οποίος αργότερα θα γινόταν ο πρώτος πρόεδρος της ΕΜΧ. Παράλληλα, υπήρχαν τοπικοί συνεταιριστικοί πυρήνες και συζητήσεις για ένα σύστημα στο οποίο η μαστίχα θα συγκεντρωνόταν και θα διατίθετο μέσα από κοινό μηχανισμό. Το 1938 ακολούθησε η θεσμική ρύθμιση.
Ο νόμος που συγκέντρωσε την αγορά
Ο Αναγκαστικός Νόμος 1390/1938 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 364/Α στις 10 Οκτωβρίου. Σκοπός του ήταν η συστηματοποίηση της παραγωγής, η συγκέντρωση, η συσκευασία, η επεξεργασία και η από κοινού διάθεση της μαστίχας. Το πρώτο άρθρο επέβαλλε την «αναγκαστική συνεταιριστική οργάνωσιν πάντων των μαστιχοπαραγωγών Χίου». Η νέα δομή βασίστηκε σε 20 πρωτοβάθμιους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι συγκρότησαν την Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου, με υποχρεωτική συμμετοχή των παραγωγών.
Η διοίκηση της Ένωσης συνδύαζε έξι εκπροσώπους των συνεταιρισμών με τρία μόνιμα θεσμικά μέλη. Ο νόμος απέκλειε από τη διοίκηση και την αντιπροσώπευση της ΕΜΧ όσους είχαν ασκήσει εμπορία, μεσιτεία ή μεταπώληση μαστίχας κατά την προηγούμενη πενταετία. Το άρθρο 11 καθόριζε παράλληλα τον τρόπο διάθεσης: κάθε παραγωγός όφειλε να παραδίδει ολόκληρη την παραγωγή του στον συνεταιρισμό του και μέσω αυτού στην Ένωση, έχοντας δικαίωμα να κρατήσει έως δύο οκάδες για οικιακή χρήση.
Για την παραβίαση των κανόνων προβλέπονταν πρόστιμα, ποινικές κυρώσεις και κατάσχεση προϊόντος. Η απευθείας αγορά μαστίχας από παραγωγούς από ιδιώτες εμπόρους μπορούσε να οδηγήσει σε φυλάκιση έως έξι μήνες και χρηματική ποινή. Η παραγωγή περνούσε έτσι μέσα από έναν ενιαίο συνεταιριστικό μηχανισμό, ο οποίος αναλάμβανε τη συγκέντρωση και τη διάθεσή της και περιόριζε τις απευθείας συναλλαγές μεταξύ παραγωγών και ιδιωτών αγοραστών.
Το άρθρο 10 έδινε στην ΕΜΧ ακόμη μεγαλύτερο εύρος δράσης. Η Ένωση μπορούσε να συνάπτει δάνεια, να αποκτά αποθήκες, να συσκευάζει και να πωλεί το προϊόν, να χορηγεί προκαταβολές στους παραγωγούς έως τα τρία τέταρτα της αξίας της μαστίχας, να δημιουργεί βιομηχανικές εγκαταστάσεις και να αναζητεί νέες αγορές και τρόπους αύξησης της κατανάλωσης. Η αποθήκευση, η χρηματοδότηση, η εμπορία και η μεταποίηση της μαστίχας μπορούσαν πλέον να οργανωθούν μέσα από τον ίδιο φορέα.
Οι 80 τόνοι και η διακοπή του πολέμου
Η ουσιαστική λειτουργία της ΕΜΧ ξεκίνησε το 1939, με πρώτο πρόεδρο τον Γεώργιο Σταγκούλη. Η Ένωση αναφέρει ότι κατά την πρώτη χρονιά η τιμή που καταβαλλόταν στον παραγωγό τριπλασιάστηκε, ενώ παραγγελίες από το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Ινδία και τη Συρία έφθασαν συνολικά περίπου τους 80 τόνους. Η παραγωγή συγκεντρωνόταν πλέον από έναν ενιαίο φορέα, ο οποίος μπορούσε να αναζητεί απευθείας αγοραστές στις αγορές του εξωτερικού.
Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 και στη συνέχεια η Κατοχή ανέκοψαν την εμπορική δραστηριότητα της Ένωσης. Οι μαστιχοπαραγωγοί συνέχισαν την καλλιέργεια, όμως η έλλειψη σταθερού νομίσματος, η αποδιοργάνωση της οικονομίας και ο αποκλεισμός από τις αγορές του εξωτερικού εμπόδισαν τη συστηματική συγκέντρωση και διάθεση της παραγωγής. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, μέρος της μαστίχας που είχε παραχθεί κατά την κατοχική περίοδο παρέμενε αδιάθετο.
Το 1946 και το 1947 η ΕΜΧ συγκέντρωσε τις νέες σοδειές μαζί με αδιάθετη παραγωγή της Κατοχής. Οι παραγωγοί παρέδιδαν τη μαστίχα στον συνεταιριστικό μηχανισμό και η Ένωση αναλάμβανε να τη συγκεντρώσει και να τη διαθέσει. Η νέα παραγωγή συνέχιζε, ωστόσο, να υπερβαίνει την ετήσια ποσότητα που μπορούσε να απορροφήσει η αγορά.
Η μεταπολεμική πίεση των αποθεμάτων
Με μέση ετήσια παραγωγή περίπου 150.000 οκάδων και απορρόφηση 90.000 έως 100.000, η διαφορά έφθανε τις 50.000 έως 60.000 οκάδες τον χρόνο – περίπου 64 έως 77 τόνους. Όσο αυτή η σχέση παρέμενε, κάθε νέα σοδειά μπορούσε να προσθέτει καινούργιες αδιάθετες ποσότητες. Η ΕΜΧ, που πλέον συγκέντρωνε την παραγωγή, έπρεπε να αναζητήσει μεγαλύτερη εμπορική διέξοδο τόσο για το προϊόν της χρονιάς όσο και για ποσότητες προηγούμενων ετών.
Η Ένωση αναζήτησε τις προπολεμικές αγορές, επιχείρησε να ανοίξει νέες και στράφηκε στην εξεύρεση νέων τρόπων χρήσης της μαστίχας. Η δυνατότητα βιομηχανικής επεξεργασίας υπήρχε ήδη στο θεσμικό πλαίσιο του 1938. Στη δεκαετία του 1950 άρχισε να εφαρμόζεται στην πράξη, δίνοντας στη μαστίχα περισσότερες μορφές εμπορικής διάθεσης πέρα από την πώλησή της ως φυσικής ρητίνης.
Από τη ρητίνη στο μαστιχέλαιο και την ΕΛΜΑ
Το 1950 ξεκίνησε στις εγκαταστάσεις της ΕΜΧ η παραγωγή μαστιχελαίου μέσω απόσταξης της μαστίχας με υδρατμούς. Η φυσική ρητίνη μετατρεπόταν πλέον και σε αιθέριο έλαιο, προσθέτοντας μια νέα μορφή επεξεργασμένου προϊόντος στις δραστηριότητες της Ένωσης. Η ΕΜΧ, που είχε αρχίσει ως φορέας συγκέντρωσης και κοινής διάθεσης της παραγωγής, επεκτεινόταν έτσι και στη βιομηχανική επεξεργασία της πρώτης ύλης.
Το 1957 τέθηκε σε λειτουργία εργοστάσιο παραγωγής τσίχλας στη Χίο. Η παραγωγική γραμμή κάλυπτε την ανάμιξη και την πολτοποίηση, τη δημιουργία του πυρήνα, την κουφετοποίηση και τη συσκευασία. Τα υλικά συσκευασίας παράγονταν στο τυπογραφείο της Ένωσης, ενώ καταγράφεται παραγωγή 8.000 κιλών τσίχλας κατά το πρώτο έτος λειτουργίας. Η μαστίχα μπορούσε πλέον να φθάνει στην αγορά και μέσα από ένα επώνυμο καταναλωτικό προϊόν.
Με την ΕΛΜΑ, η Ένωση συνέδεσε μέσα στον ίδιο οργανισμό περισσότερα στάδια της εμπορικής διαδρομής της μαστίχας: συγκέντρωση της πρώτης ύλης, επεξεργασία, παραγωγή, συσκευασία και διάθεση τελικού προϊόντος. Παράλληλα, συνέχισε να αναζητεί αγορές για τη φυσική μαστίχα. Οι νέες χρήσεις και οι εξαγωγές αναπτύσσονταν ταυτόχρονα μέσα στην προσπάθεια αύξησης της συνολικής απορρόφησης.
Όταν η κατανάλωση έφθασε την παραγωγή
Το 1958 η κατανάλωση είχε φθάσει πλέον στο ύψος της παραγωγής. Την ίδια χρονιά οι πωλήσεις μαστίχας καταγράφονται στους 183 τόνους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1962, είχαν φθάσει τους 241 τόνους, σημειώνοντας αύξηση περίπου 32%. Στο ίδιο διάστημα, το ονομαστικό εισόδημα των παραγωγών αυξήθηκε από 12 εκατ. σε 21 εκατ. δραχμές, ενώ η Ένωση καταγράφει αύξηση 18,3% στις τιμές εκκαθάρισης.
Την ίδια περίοδο μεταβλήθηκαν και οι περιορισμοί που ίσχυαν από το 1929. Η ΕΜΧ αναφέρει ότι, όταν η κατανάλωση ξεπέρασε την ετήσια παραγωγή, ζήτησε από το Υπουργικό Συμβούλιο δίμηνη παράταση της παραγωγικής περιόδου. Το 1963 εφαρμόστηκε τελικά περίοδος κέντους και συλλογής από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Οκτωβρίου.
Από το 1963 μέχρι σήμερα
Η μεταποίηση συνέχισε να αναπτύσσεται τις επόμενες δεκαετίες. Το 1985 δημιουργήθηκε το σύγχρονο εργοστάσιο παραγωγής της τσίχλας ΕΛΜΑ. Το 1986 ο Δήμος Αβδελιώδης γύρισε το «Δέντρο που Πληγώναμε», τοποθετώντας την ιστορία στη Χίο του 1960. Η καλλιέργεια και η συλλογή της μαστίχας αποτελούν μέρος του κόσμου μέσα στον οποίο κινούνται οι δύο μικροί πρωταγωνιστές, ενώ ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει στο κέντημα των μαστιχόδεντρων.
Το 1997 η «Μαστίχα Χίου», η «Τσίκλα Χίου» και το «Μαστιχέλαιο Χίου» καταχωρίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης. Η γεωγραφική σύνδεση των προϊόντων με τη Χίο απέκτησε έτσι και ευρωπαϊκή θεσμική προστασία.
Τον Μάιο του 2002 ιδρύθηκε η Mediterra από την ΕΜΧ, με αντικείμενο μεταξύ άλλων την ανάπτυξη προϊόντων μαστίχας και δικτύου λιανικής. Στις 17 Ιουλίου του ίδιου έτους λειτούργησε στη Χίο το πρώτο mastihashop και τα επόμενα χρόνια το δίκτυο επεκτάθηκε και εκτός Ελλάδας.
Το 2014 η UNESCO ενέγραψε την «τεχνογνωσία της καλλιέργειας της μαστίχας στη νήσο Χίο» στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας. Η εγγραφή καλύπτει τις γνώσεις και τις πρακτικές γύρω από την καλλιέργεια, τη χάραξη, τη συλλογή και την επεξεργασία της μαστίχας, οι οποίες μεταδίδονται από γενιά σε γενιά στα Μαστιχοχώρια.
Σήμερα, περίπου το 70% της ετήσιας παραγωγής μαστίχας κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού. Παράλληλα, η ΕΜΧ συνεχίζει να επενδύει στην επεξεργασία και τη μεταποίηση: στις δράσεις που δημοσιοποίησε το 2025 περιλαμβάνονται ο εκσυγχρονισμός της γραμμής παραγωγής Τσίχλας Χίου, η αναβάθμιση της γραμμής παραγωγής σκόνης μαστίχας και νέα γραμμή συσκευασίας προϊόντων φυσικής μαστίχας.
Πηγές:Πηγές: Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου, «Ιστορία» (χ.χ.), Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου. Ελληνική Πολιτεία, «Νόμος 4381, Περί μέτρων προστασίας μαστίχης Χίου» (1929), ΦΕΚ 288/Α/16.08.1929. Ελληνική Πολιτεία, «Αναγκαστικός Νόμος υπ’ αριθ. 1390/1938, Περί Ενώσεως Μαστιχοπαραγωγών Χίου και θέσεως διατάξεών τινων περί Γεωργικών Συνεταιρισμών» (1938), ΦΕΚ 364/Α/10.10.1938. Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, «Μαστίχα Χίου» (χ.χ.), Ερευνητικό Πρόγραμμα για τη δημιουργία του Μουσείου Μαστίχας Χίου. Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, «80 χρόνια ΕΜΧ: ιστορίες με άρωμα μαστίχας» (2018), Μουσείο Μαστίχας Χίου. Τσούχλης, Δημήτριος Α., «Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου και μαστιχοπαραγωγοί: πολιτικές διαχείρισης του αγροτικού χώρου της Νότιας Χίου» (2011), Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Chania Film Festival, «Το Δέντρο που Πληγώναμε» (χ.χ.), Chania Film Festival. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 123/97» (1997), Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. UNESCO, «Know-how of cultivating mastic on the island of Chios» (2014), Representative List of the Intangible Cultural Heritage of Humanity. Mediterra, «Η εταιρεία» (χ.χ.), mastihashop. Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου, «Οικονομικά – Δράσεις 4.2.1 και 4.2.2» (2025), Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου. Φωτογραφία: Palden Dorenský / Wikimedia Commons / CC BY-SA 4.0




