Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ αφήνει αναξιοποίητες διάφορες ευκαιρίες για ενίσχυση της λογοδοσίας και της διαφάνειας προς όφελος των πολιτών. Αυτή είναι η κατακλείδα νέας επισκόπησης του ΕΕΣ. Ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ έχουν εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις για την τελική μορφή και τον όγκο του προϋπολογισμού 2028-2034, το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι οι προτάσεις παραβλέπουν σοβαρές ανησυχίες που έχει ήδη εκφράσει το ελεγκτικό όργανο. Δηλώνει δε ιδιαίτερα προβληματισμένο με τη χρηματοδότηση που δεν συνδέεται με δαπάνες.
Τον Ιούνιο του 2025, σε ανάλυση των προοπτικών του ενωσιακού προϋπολογισμού για τη μετά το 2027 περίοδο που δημοσίευσε, το ΕΕΣ εντόπισε 28 ευκαιρίες βελτίωσης βασικών πτυχών του ενωσιακού προϋπολογισμού, όπως η απλούστευση, η αναπροσαρμογή και η χρηματοδότησή του. Τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο του 2025, η Επιτροπή δημοσίευσε τις προτάσεις της για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) 2028-2034, θέτοντας τα θεμέλια για την προώθηση των προτεραιοτήτων της ΕΕ κατά την ερχόμενη επταετία την οποία θα καλύπτει ο προϋπολογισμός. Το ΕΕΣ εξέτασε αν και κατά πόσον οι προτάσεις αξιοποιούν αυτές τις ευκαιρίες.
«Η ανάλυσή μας μπορεί να φανεί χρήσιμη στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής της ΕΕ, καθώς θα οριστικοποιούν τους κανόνες που θα διέπουν τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό», δήλωσε ο Jan Gregor, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για την επισκόπηση. «Χρειαζόμαστε έναν προϋπολογισμό που θα αναδεικνύει περίτρανα τι προσφέρει η ΕΕ, θα εξασφαλίζει τη σωστή διαχείριση των κονδυλίων και θα ενισχύει τη λογοδοσία και τη διαφάνεια.»
Σύμφωνα με το ΕΕΣ, πολλά είναι τα ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης, ώστε να μπορέσουν να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες που διαπιστώθηκαν, αλλά και να καλυφθούν διάφορα σημαντικά κενά. Από τις 28 ευκαιρίες που απαρίθμησε το ΕΕΣ, η Επιτροπή αξιοποίησε πλήρως μόνο μία, η οποία αφορούσε την απλούστευση των κανόνων που εξασφαλίζουν στον ενωσιακό προϋπολογισμό τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται με ευελιξία στις μεταβαλλόμενες ανάγκες. Γενικά, οι προτάσεις φθάνουν στο έπακρο όσον αφορά την ευελιξία στον προϋπολογισμό, συμβάλλουν όμως ελάχιστα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που αφορούν τη χρηματοδότηση που δεν συνδέεται με δαπάνες. Συνολικά, λαμβάνονται μόνον εν μέρει υπόψη 19 από τις προειδοποιήσεις του οργάνου, ενώ αγνοούνται παντελώς οκτώ.
Η Επιτροπή άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να ορίσει στη νομοθεσία την έννοια «προστιθέμενη αξία της ΕΕ», κάτι που θα βελτίωνε την εστίαση του προϋπολογισμού και θα εξασφάλιζε μεγαλύτερο αντίκτυπο. Επιπλέον, το προτεινόμενο πλαίσιο επιδόσεων εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα σε δείκτες εκροής, με ελάχιστους δείκτες αποτελέσματος και αντικτύπου.
Σίγουρα οι προτάσεις συμβάλλουν στην περαιτέρω ενοποίηση του χρηματοοικονομικού τοπίου της ΕΕ και στην απλούστευση του ενωσιακού προϋπολογισμού, αλλά και αυτό μέχρι ένα σημείο. Για παράδειγμα, η απλούστευση των κανόνων σε επίπεδο ΕΕ δεν μειώνει κατ’ ανάγκη τον διοικητικό φόρτο που επιβαρύνει τους τελικούς αποδέκτες των κονδυλίων.
Ως προς τον ετήσιο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών (Ευρωπαϊκό Εξάμηνο), η συγκέντρωση του προγραμματισμού σε ένα ενιαίο σχέδιο για κάθε κράτος μέλος μπορεί να περιορίσει τις δυνατότητες των περιφερειών να επηρεάζουν τις λαμβανόμενες αποφάσεις. Επίσης, δεν είναι αρκετά σαφής ο τρόπος αξιολόγησης των μεταρρυθμίσεων και κατανομής των κονδυλίων.
Όσον αφορά τη χρηματοδότηση που δεν συνδέεται με δαπάνες, το νέο μοντέλο εκτέλεσης εμπνέεται από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ, αφήνοντας ακάλυπτα σημαντικά μεθοδολογικά κενά. Το κέντρο της προσοχής παραμένει η πρόοδος της υλοποίησης και όχι τα αποτελέσματα. Οι προϋποθέσεις για τις πληρωμές πρέπει να είναι σαφείς και να περιλαμβάνουν τη συμμόρφωση με την ενωσιακή και την εθνική νομοθεσία, ενώ η χρηματοδότηση πρέπει να μπορεί να ιχνηλατείται πλήρως.
Αναφορικά με το κράτος δικαίου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι προτάσεις μπορεί να εισάγουν ισχυρότερους μηχανισμούς για την εξασφάλιση συμμόρφωσης, περιέχουν ωστόσο διάφορες διατάξεις που ενδέχεται να περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της επιβολής.
Ερχόμενοι στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ΕΕ τώρα, διαπιστώνουμε ότι η καθιέρωση νέων ιδίων πόρων περιπλέκει ακόμη περισσότερο το χρηματοδοτικό σύστημα της ΕΕ. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η αύξηση των σημερινών εσόδων μέσω, λόγου χάριν, του κλεισίματος των υφιστάμενων φορολογικών κενών θα άμβλυνε την ανάγκη για νέους ιδίους πόρους.
Τέλος, ως προς τον εξωτερικό έλεγχο, προτάσεις όπως η «Παγκόσμια Ευρώπη» δεν κατοχυρώνουν ρητά τα ελεγκτικά δικαιώματα του ΕΕΣ. Δημιουργούνται έτσι αβεβαιότητες σχετικά με τις αρμοδιότητες του θεματοφύλακα των οικονομικών της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά φορείς που δημιουργούνται εκτός του νομικού πλαισίου της ΕΕ ή νέες μορφές χρηματοδοτικής στήριξης με τη συμμετοχή τρίτων.




