Το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα υποχώρησε περαιτέρω τον Ιούνιο του 2025, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Ο γενικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 106,1 μονάδες, έναντι 107,0 μονάδων τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας τη χαμηλότερη τιμή των τελευταίων δέκα μηνών. Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην εξασθένηση των προσδοκιών στη βιομηχανία, καθώς και στην επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ενώ στους τομείς των κατασκευών, του λιανικού εμπορίου και των υπηρεσιών καταγράφεται σχετική σταθερότητα ή και ήπια βελτίωση. Στο διεθνές περιβάλλον παρατηρείται αυξημένη αβεβαιότητα, με τη βιομηχανία να είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε εξωτερικούς κινδύνους όπως ο εμπορικός προστατευτισμός και οι γεωπολιτικές εξελίξεις, την ίδια στιγμή που η εσωτερική κατανάλωση, οι προσδοκίες για τουριστική δραστηριότητα και το υψηλό ανεκτέλεστο έργων στον κατασκευαστικό τομέα προσφέρουν στηριγμά στα επίπεδα της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.
Στον τομέα της βιομηχανίας, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών σημείωσε μείωση στις 107,6 μονάδες από 110,8, γεγονός που αντανακλά την ενίσχυση του αρνητικού ισοζυγίου στις εκτιμήσεις για παραγγελίες και ζήτηση, τη μείωση των θετικών προβλέψεων για την παραγωγή και την οριακή αύξηση των αποθεμάτων. Οι προοπτικές για τις εξαγωγές παρουσιάζονται αδύναμες, ενώ οι εκτιμήσεις για την απασχόληση καταγράφουν υποχώρηση. Η αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική εξέλιξη παραμένει υψηλή, όπως δείχνει το σταθερά υψηλό ποσοστό των επιχειρήσεων που θεωρούν δύσκολη την πρόβλεψη της ανάπτυξής τους το επόμενο διάστημα.
Στις κατασκευές παρατηρείται σημαντική βελτίωση του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών, ο οποίος ανήλθε στις 176,0 μονάδες από 164,3 τον Μάιο. Η θετική μεταβολή αποδίδεται τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις δημόσιες κατασκευές, με ενίσχυση των προσδοκιών για την απασχόληση και μεταστροφή των εκτιμήσεων για το πρόγραμμα εργασιών σε θετικό πεδίο. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο εμπόδιο για τη λειτουργία των επιχειρήσεων του κλάδου, με το 34% να το αναφέρει ως κύριο πρόβλημα. Παράλληλα, υψηλά διατηρούνται οι προσδοκίες για αύξηση των τιμών, ενώ το ποσοστό των επιχειρήσεων που λειτουργεί απρόσκοπτα παραμένει χαμηλό.
Στο λιανικό εμπόριο ο δείκτης προσδοκιών ενισχύθηκε ελαφρά και διαμορφώθηκε στις 105,9 μονάδες, με τους κλάδους των τροφίμων, ποτών και καπνού, ειδών οικιακού εξοπλισμού και οχημάτων να καταγράφουν την εντονότερη βελτίωση. Οι επιχειρήσεις διατυπώνουν αισιόδοξες εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις, ενώ οι προβλέψεις για την πορεία των πωλήσεων το επόμενο τρίμηνο παραμένουν συγκρατημένες. Σταθερή εμφανίζεται η εικόνα των αποθεμάτων, ενώ ενισχύονται οι προβλέψεις για την απασχόληση και διαπιστώνονται ισχυρές πληθωριστικές τάσεις στις τιμές.
Στον τομέα των υπηρεσιών ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών αυξήθηκε στις 113,3 μονάδες από 112,0 τον Μάιο, με θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση και τη ζήτηση. Παράλληλα, οι προβλέψεις για τη ζήτηση του επόμενου τριμήνου περιορίστηκαν, διατηρώντας ωστόσο την τάση βελτίωσης σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους. Η πληροφορική και η ανάπτυξη λογισμικού κατέγραψαν επίσης άνοδο στον σχετικό δείκτη, ενώ ανοδικά κινήθηκαν και οι προσδοκίες στις χερσαίες μεταφορές.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα κατέγραψε περαιτέρω εξασθένηση, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις -46,9 μονάδες από -42,7 τον Μάιο. Η χώρα διατηρεί τη χαμηλότερη καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την πλειονότητα των νοικοκυριών να αναμένει επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης της χώρας το επόμενο δωδεκάμηνο. Η πρόθεση για μείζονες αγορές και αποταμίευση μειώθηκε αισθητά, ενώ αυξήθηκε το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνουν ότι «μόλις τα βγάζουν πέρα». Παράλληλα, το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνει αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική του κατάσταση παραμένει υψηλό.
Σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο δείκτη οικονομικού κλίματος, παρότι οι σχετικοί ευρωπαϊκοί δείκτες υποχώρησαν εκ νέου τον Ιούνιο. Ωστόσο, στην καταναλωτική εμπιστοσύνη η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει τη χαμηλότερη τιμή, ενισχύοντας το χάσμα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Συνολικά, το οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα σε επιμέρους τομείς, αλλά η διαρκής αβεβαιότητα και η αρνητική ψυχολογία των καταναλωτών αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για την επόμενη περίοδο, με τις προοπτικές ανάκαμψης να βασίζονται κυρίως στην τουριστική δραστηριότητα, τη διατήρηση της εγχώριας κατανάλωσης και την υλοποίηση έργων υποδομής.



