Μια οριακή βελτίωση του οικονομικού κλίματος, η οποία ωστόσο αποκρύπτει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ της ψυχολογίας των καταναλωτών και των προσδοκιών των επιχειρήσεων, κατέγραψε η Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2025. Σύμφωνα με τα αναλυτικά δεδομένα της έρευνας οικονομικής συγκυρίας του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος ενισχύθηκε ελαφρώς στις 110,0 μονάδες από 108,9 τον Αύγουστο. Η θετική αυτή μεταβολή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, καθώς ταυτόχρονα καταγράφηκε εξασθένηση των προσδοκιών σε κομβικούς επιχειρηματικούς τομείς όπως η Βιομηχανία και οι Κατασκευές.
Η κινητήρια δύναμη πίσω από τη βελτίωση του συνολικού δείκτη ήταν η ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -45,6 μονάδες έναντι -47,6 τον Ιούλιο, διακόπτοντας την πτωτική του πορεία. Η εξέλιξη αυτή προήλθε από την άμβλυνση της απαισιοδοξίας των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση και τη γενικότερη πορεία της χώρας. Παρά ταύτα, η κατάσταση για την πλειοψηφία παραμένει δύσκολη, καθώς το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι «μόλις τα βγάζουν πέρα» αυξήθηκε στο 65%. Παρά τη βελτίωση, οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να είναι οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στον αντίποδα, ο τομέας της Βιομηχανίας παρουσίασε σημαντική εξασθένηση, με τον δείκτη προσδοκιών να υποχωρεί στις 105,2 μονάδες, κυρίως λόγω της αρνητικής στροφής του ισοζυγίου για τις παραγγελίες και τη ζήτηση, αλλά και της έντονης υποχώρησης των προβλέψεων για τις εξαγωγές. Ανάλογα μικτή ήταν η εικόνα και στις Υπηρεσίες, όπου ο δείκτης εξασθένισε ελαφρώς στις 111,6 μονάδες. Η πτώση αυτή επηρεάστηκε από την αναμενόμενη εποχική κάμψη στον κλάδο των Ξενοδοχείων και Εστιατορίων, ενώ αντίθετα, ο τομέας της Πληροφορικής και Ανάπτυξης Λογισμικού κατέγραψε σημαντική βελτίωση, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές ταχύτητες εντός του κλάδου.
Ιδιαίτερα σύνθετη παραμένει η κατάσταση στον τομέα των Κατασκευών, όπου ο δείκτης προσδοκιών υποχώρησε. Η πτώση αυτή προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από την κατακόρυφη πτώση του δείκτη στα Ιδιωτικά Έργα (από 195,8 σε 168,6 μονάδες), καθώς στα Δημόσια Έργα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος. Παρά την υποχώρηση των προβλέψεων για το πρόγραμμα εργασιών, οι προσδοκίες για την απασχόληση βελτιώθηκαν σημαντικά. Ωστόσο, το κυρίαρχο πρόβλημα του κλάδου αναδεικνύεται από το γεγονός ότι δύο στις πέντε επιχειρήσεις, ποσοστό 40%, επισημαίνουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού ως το βασικότερο εμπόδιο στη λειτουργία τους.
Μοναδική θετική εξαίρεση στον επιχειρηματικό χώρο αποτέλεσε το Λιανικό Εμπόριο, όπου ο δείκτης ενισχύθηκε ήπια στις 97,8 μονάδες, σηματοδοτώντας την επιστροφή της αισιοδοξίας. Συνολικά, η οριακή βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα συνάδει με την ανοδική τάση που καταγράφηκε σε ολόκληρη την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου το κλίμα ενισχύθηκε χάρη στις θετικότερες προσδοκίες στη Βιομηχανία, τις Υπηρεσίες και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Ωστόσο, το χάσμα παραμένει τεράστιο, ιδιαίτερα στο καταναλωτικό πεδίο, με τον αντίστοιχο δείκτη στην Ευρωζώνη να διαμορφώνεται στις -14,9 μονάδες, επίπεδο ασύγκριτα υψηλότερο από αυτό της Ελλάδας.



