Στην ανακοίνωση ενός εταιρικού μετασχηματισμού-ορόσημο που οδηγεί στη δημιουργία της δεύτερης μεγαλύτερης εισηγμένης εταιρείας λαχείων και τυχερών παιχνιδιών παγκοσμίως, προχώρησαν σήμερα η Allwyn International AG και ο ΟΠΑΠ Α.Ε. Ο συνδυασμός των επιχειρήσεων των δύο ομίλων θα πραγματοποιηθεί μέσω μιας συναλλαγής που θα βασιστεί εξ ολοκλήρου σε μετοχές, αποτιμώντας την ενοποιημένη εταιρική οντότητα που θα προκύψει σε μετοχική αξία 16 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η νέα εταιρεία θα μετονομαστεί σε Allwyn, θα διατηρήσει την εισαγωγή της στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστήριου Αθηνών, όπου και αναμένεται να αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες βάσει κεφαλαιοποίησης, ενώ παράλληλα θα επιδιώξει μια πρόσθετη εισαγωγή σε ένα κορυφαίο διεθνές χρηματιστήριο, όπως αυτό του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης.
Η συμφωνία αποτελεί την εξέλιξη μιας εταιρικής σχέσης που ξεκίνησε το 2013. Η Allwyn, η οποία ανήκει κατά 95,73% στην KKCG Group AG και κατά 4,27% στην J&T Arch, κατέχει ήδη το 51,78% του ΟΠΑΠ. Η νέα οντότητα στοχεύει να κεφαλαιοποιήσει την ενισχυμένη κλίμακά της, με pro forma κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ύψους 1,9 δισ. ευρώ για το δωδεκάμηνο που έληξε στις 30 Ιουνίου 2025 (υπολογιζόμενα συνδυαστικά με τις ανακοινωθείσες εξαγορές των PrizePicks και Novibet). Η διοίκηση προβλέπει διψήφιο σύνθετο ετήσιο ρυθμό αύξησης του EBITDA για την περίοδο 2024-2026 και εκτιμά ότι η συναλλαγή θα είναι διψήφια αυξητική για τα προσαρμοσμένα κέρδη και τις προσαρμοσμένες ελεύθερες ταμειακές ροές ανά μετοχή του ΟΠΑΠ, ήδη από τον πρώτο πλήρη χρόνο.
Η νομική δομή της συναλλαγής περιλαμβάνει διαδοχικά βήματα: αρχικά, ο ΟΠΑΠ θα προβεί σε απόσχιση κλάδου των δραστηριοτήτων τυχερών παιχνιδιών του σε μια νέα θυγατρική και θα εισφέρει τις υπόλοιπες θυγατρικές του σε μια άλλη νέα εταιρεία. Ακολούθως, θα μεταφέρει την καταστατική του έδρα στο Λουξεμβούργο μέσω διασυνοριακής μετατροπής, δημιουργώντας την εταιρεία “LuxCo”. Σε αυτήν, η Allwyn θα εισφέρει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της (εξαιρουμένων των μετοχών του ΟΠΑΠ που ήδη κατέχει). Ως τελικό βήμα, η έδρα της ενοποιημένης εταιρείας θα μεταφερθεί στην Ελβετία. Μετά την ολοκλήρωση, η Allwyn θα κατέχει οικονομικό συμφέρον περίπου 78,5%, ενώ οι μέτοχοι του ΟΠΑΠ το υπόλοιπο 21,5%.
Η νέα διοικητική δομή θα περιλαμβάνει τον Robert Chvatal ως Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Kenneth Morton ως Οικονομικό Διευθυντή. Η τρέχουσα διοίκηση του ΟΠΑΠ υπό τον Jan Karas θα συνεχίσει να ηγείται των δραστηριοτήτων σε Ελλάδα και Κύπρο. Πρόεδρος του οκταμελούς Διοικητικού Συμβουλίου θα είναι ο Karel Komarek. Το Δ.Σ. θα αποτελείται από τους έξι υφιστάμενους διευθυντές της Allwyn και δύο νέους ανεξάρτητους μη εκτελεστικούς διευθυντές, διασφαλίζοντας ότι το 50% των μελών του θα είναι ανεξάρτητα. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΠΑΠ, για τη διασφάλιση της συναλλαγής, έλαβε γνωμοδότηση περί του ευλόγου και δικαίου (fairness opinion) από τη Morgan Stanley, καθώς και αντίστοιχη γνωμοδότηση από την Grant Thornton.
Η μερισματική πολιτική προβλέπει την κανονική καταβολή του προαναγγελθέντος προμερίσματος 0,50 ευρώ ανά μετοχή στους μετόχους του ΟΠΑΠ τον Νοέμβριο του 2025. Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, η νέα εταιρεία θα διανείμει μέρισμα 0,80 ευρώ ανά μετοχή και δεσμεύεται για ετήσιο ελάχιστο μέρισμα 1,00 ευρώ ανά μετοχή από το 2026 και εφεξής, με διαθέσιμη την επιλογή επανεπένδυσης του μερίσματος (scrip option). Ανεξάρτητα από τη συναλλαγή, η εμπορική επωνυμία του ΟΠΑΠ θα αλλάξει σε Allwyn από το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η ολοκλήρωση της συμφωνίας, που αναμένεται το πρώτο εξάμηνο του 2026, τελεί υπό την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του ΟΠΑΠ με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία δύο τρίτων, και τη λήψη των απαραίτητων ρυθμιστικών εγκρίσεων.
Σχολιάζοντας την ανακοίνωση, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, δήλωσε ότι «η συνένωση του ΟΠΑΠ με την Allwyn αντανακλά τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας» και αποτελεί «ισχυρό μήνυμα εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα». Ο υπουργός συνέδεσε την εξέλιξη με το σταθερό νομοθετικό πλαίσιο και την πρόσφατη αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τον οίκο FTSE Russell σε ανεπτυγμένη αγορά, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα έχει πλέον τη δυναμική να προσελκύει, να στηρίζει και να φιλοξενεί διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους».



