Στο 1,54% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος διαμορφώθηκε το 2024 ο δείκτης «Ένταση Ε&Α», ο οποίος αποτυπώνει τις δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία που δημοσίευσε το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου. Η συγκεκριμένη επίδοση συνιστά βελτίωση σε σύγκριση με το 1,50% που είχε καταγραφεί το 2023 και κατατάσσει την Ελλάδα στη 14η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 ως προς τον συγκεκριμένο δείκτη. Τα στοιχεία προέρχονται από τη στατιστική έρευνα που διενήργησε το ΕΚΤ το 2025 σε φορείς με ερευνητικές και αναπτυξιακές δραστηριότητες και έχουν ήδη αποσταλεί στη Eurostat, καθώς το ΕΚΤ λειτουργεί ως η αρμόδια Εθνική Αρχή του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος για τις ευρωπαϊκές στατιστικές Έρευνας, Ανάπτυξης και Καινοτομίας.
Σε απόλυτα μεγέθη, οι συνολικές δαπάνες για δραστηριότητες Ε&Α στη χώρα ανήλθαν το 2024 σε 3.655,33 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 290,21 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία άνοδο της τάξεως του 8,6%. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ενίσχυση του δείκτη «Ένταση Ε&Α» επετεύχθη παρά την παράλληλη αύξηση του ΑΕΠ κατά 5,4% το ίδιο διάστημα, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ρυθμός των επενδύσεων στην έρευνα υπερέβη τον ρυθμό ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας. Τα αναλυτικά αυτά ευρήματα περιλαμβάνονται στην ειδική έκδοση του ΕΚΤ με τίτλο «Βασικοί Δείκτες Έρευνας και Ανάπτυξης για δαπάνες και προσωπικό το 2024 στην Ελλάδα – Προκαταρκτικά στοιχεία», η οποία είναι διαθέσιμη ηλεκτρονικά.
Καθοριστικός παράγοντας για τη συνολική άνοδο των δαπανών υπήρξε ο τομέας των επιχειρήσεων, ο οποίος συνεχίζει την ανοδική του πορεία καταγράφοντας τη μεγαλύτερη συνεισφορά στο εθνικό σύνολο. Ειδικότερα, οι δαπάνες Ε&Α των επιχειρήσεων ανήλθαν σε 2.001,48 εκατομμύρια ευρώ, καλύπτοντας πλέον το 54,8% των συνολικών δαπανών της χώρας. Η συγκεκριμένη κατηγορία παρουσίασε σημαντική αύξηση ύψους 20,7% ή 343,54 εκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με το 2023, επιβεβαιώνοντας την τάση ενίσχυσης της ερευνητικής δραστηριότητας από τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος αποτελεί τον κύριο μοχλό ανάπτυξης του εγχώριου συστήματος καινοτομίας τα τελευταία έτη.
Στον αντίποδα, οι τομείς του δημοσίου και της εκπαίδευσης κατέγραψαν πτωτικές τάσεις ή στασιμότητα. Ο τομέας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατέγραψε δαπάνες ύψους 928,95 εκατομμυρίων ευρώ (25,4% του συνόλου), σημειώνοντας μείωση 5,5% ή 53,6 εκατομμυρίων ευρώ σε σχέση με το 2023. Στον κρατικό τομέα, οι δαπάνες διαμορφώθηκαν σε 706,74 εκατομμύρια ευρώ (19,3% του συνόλου), παραμένοντας πρακτικά σταθερές με οριακή μείωση 0,2% ή 1,2 εκατομμυρίων ευρώ. Αντίθετα, στον τομέα των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, οι δαπάνες ανήλθαν σε 18,16 εκατομμύρια ευρώ (0,5% του συνόλου), καταγράφοντας αύξηση κατά 1,39 εκατομμύρια ευρώ ή 8,3%.
Όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό που απασχολείται στην Έρευνα και Ανάπτυξη, τα στοιχεία δείχνουν κάμψη, με τον αριθμό των Ισοδυνάμων Πλήρους Απασχόλησης να μειώνεται συνολικά. Το συνολικό προσωπικό Ε&Α ανήλθε σε 69.270 ΙΠΑ, αριθμός μειωμένος κατά 5,4% σε σχέση με το 2023, ενώ οι ερευνητές ανήλθαν σε 50.835 ΙΠΑ, παρουσιάζοντας μείωση 7,0%. Η συρρίκνωση ήταν εντονότερη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία κατέγραψε σημαντικές απώλειες 10,7% στο συνολικό προσωπικό και 12,8% στους ερευνητές (29.768 και 24.040 ΙΠΑ αντίστοιχα), παρόλο που παραμένει ο τομέας που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού δυναμικού.
Στους υπόλοιπους τομείς, η εικόνα της απασχόλησης ποικίλλει ανάλογα με τη δραστηριότητα. Στον επιχειρηματικό τομέα, το συνολικό προσωπικό Ε&Α αυξήθηκε κατά 2,7% φτάνοντας τα 23.250 ΙΠΑ, ενώ οι ερευνητές σημείωσαν μικρή μείωση 0,7%, φτάνοντας τα 16.887 ΙΠΑ. Στον κρατικό τομέα, καταγράφηκε μείωση τόσο στο συνολικό προσωπικό (-6,2%, 15.898 ΙΠΑ) όσο και στους ερευνητές (-2,1%, 9.649 ΙΠΑ). Τέλος, στον τομέα των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, το προσωπικό παρέμεινε σταθερό, με 354 ΙΠΑ στο συνολικό προσωπικό και 258 ΙΠΑ στους ερευνητές, καλύπτοντας ποσοστό 0,5% επί του συνόλου.



