Σε καθεστώς συγκρατημένης αισιοδοξίας κινείται η παγκόσμια αγορά εμπορικών ακινήτων ενόψει του 2026, σύμφωνα με την έρευνα που δημοσίευσε η Deloitte. Παρότι καταγράφονται σαφή σημάδια σταθεροποίησης, η πλήρης ανάκαμψη επιβραδύνεται από τη διεθνή αβεβαιότητα και τα υψηλά επιτόκια. Οι επαγγελματίες του χώρου τηρούν στάση αναμονής λόγω των κινδύνων που σχετίζονται με το χρηματοδοτικό κόστος και το ρυθμιστικό πλαίσιο, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να παραμένουν η κορυφαία επενδυτική αγορά. Οι επόμενοι δώδεκα έως δεκαοκτώ μήνες θεωρούνται κρίσιμοι για την επιστροφή στην ανάπτυξη, με τη στρατηγική ευελιξία στη διάθεση κεφαλαίων και τη διαχείριση κινδύνων να αποτελούν τους βασικούς άξονες για τους ηγέτες του κλάδου σε αυτό το μεταβατικό στάδιο.
Τα οικονομικά στοιχεία της έρευνας σκιαγραφούν μια μικτή εικόνα για το άμεσο μέλλον, καθώς ο δείκτης αισιοδοξίας υποχώρησε ελαφρώς στο 83% από 88% πέρυσι. Παρόλα αυτά, η πλειονότητα των στελεχών αναμένει βελτίωση των εσόδων έως το τέλος του 2026. Η θετική αυτή πρόβλεψη συνοδεύεται ωστόσο από την εκτίμηση για αύξηση των εξόδων, με το 68% των ερωτηθέντων να προβλέπει άνοδο στις λειτουργικές δαπάνες, στο κόστος γραφείων και στην τεχνολογία εντός του επόμενου έτους. Παρά την αύξηση του κόστους, το 65% των συμμετεχόντων βλέπει βελτίωση στους θεμελιώδεις δείκτες της αγοράς, όπως τα ενοίκια και οι μισθώσεις, εντοπίζοντας ευκαιρίες ανάπτυξης παρά τις πιέσεις.
Στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος βρίσκονται οι ψηφιακές υποδομές, με τη ζήτηση για κέντρα δεδομένων να υπερβαίνει την προσφορά και τον ανταγωνισμό να είναι ιδιαίτερα έντονος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε εννέα βασικές διεθνείς αγορές, το σύνολο των νέων κατασκευών data centers βρίσκεται ήδη σε καθεστώς προ-μίσθωσης πριν την ολοκλήρωσή τους. Παράλληλα, ο κλάδος των logistics φαίνεται να βρίσκεται σε σημείο καμπής, διατηρώντας όμως σταθερή ζήτηση μακροπρόθεσμα. Πολλές επιχειρήσεις με εξειδικευμένες ανάγκες στρέφονται πλέον σε έργα τύπου built-to-suit, τα οποία σχεδιάζονται και κατασκευάζονται ειδικά για τις απαιτήσεις του τελικού χρήστη, δημιουργώντας ένα ισχυρό χαρτοφυλάκιο νέων έργων.
Την ίδια στιγμή, ο τομέας των γραφείων δείχνει σημάδια ανάκαμψης για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, με τη ζήτηση να αυξάνεται τόσο στα κέντρα των πόλεων όσο και στα προάστια. Ταυτόχρονα, τα εναλλακτικά ακίνητα, όπως οι εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την υγεία και τις τηλεπικοινωνίες, αυξάνουν συνεχώς το μερίδιό τους στα χαρτοφυλάκια. Η αξία αυτών των κατηγοριών καταγράφει ετήσια αύξηση της τάξεως του 10% από το 2000, μια τάση που αναμένεται να επιταχυνθεί την επόμενη δεκαετία. Οι επενδυτές φαίνεται να αναζητούν διαφοροποίηση και ασφάλεια σε λιγότερο κορεσμένους τομείς, καθώς οι παραδοσιακές κατηγορίες ακινήτων αντιμετωπίζουν εντονότερο ανταγωνισμό και μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Η διαχείριση του δανεισμού αποτελεί μείζονα πρόκληση, καθώς πάνω από τις μισές εταιρείες θα αντιμετωπίσουν λήξεις δανείων τον επόμενο χρόνο. Το πρόβλημα εστιάζεται στα δάνεια που εκδόθηκαν με χαμηλά επιτόκια και πλέον ωριμάζουν σε περιβάλλον υψηλού κόστους, ασκώντας πίεση ιδιαίτερα σε όσους διαθέτουν δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Η γεωγραφική διαφοροποίηση είναι έντονη, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα πίεσης στην Ευρώπη, σε αντίθεση με την Ιαπωνία που ευνοείται από τα χαμηλά επιτόκια. Ελάχιστες είναι οι εταιρείες που αναμένουν πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεών τους χωρίς να χρειαστεί κάποιου είδους αναχρηματοδότηση ή αναδιάρθρωση του χρέους τους.
Παρά τις δυσκολίες με τα παλαιότερα δάνεια, η αγορά νέων χρηματοδοτήσεων δείχνει βελτίωση, καθώς η σταθεροποίηση των αξιών επιτρέπει στους δανειστές να προσφέρουν πιο δομημένες συμφωνίες με διαχειρίσιμους όρους. Οι ηγέτες του real estate καλούνται να κινηθούν αποφασιστικά, καθώς το πλεονέκτημα του «early mover» δεν επαρκεί πλέον και τα ποιοτικά ακίνητα αναμένεται να προσελκύσουν περισσότερους ενδιαφερόμενους έως τα τέλη του 2025. Λόγω των δυσκολιών στις εξαγορές και συγχωνεύσεις, οι στρατηγικές συνεργασίες και τα joint ventures κερδίζουν έδαφος ως ευέλικτες λύσεις που επιτρέπουν τη διαχείριση κινδύνων και ρευστότητας χωρίς υπερβολική έκθεση σε δανεισμό.
Ο τεχνολογικός μετασχηματισμός μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης επιταχύνεται, αν και η πρακτική εφαρμογή περιορίζεται από την έλλειψη ποιοτικών δεδομένων. Ως λύση προκρίνεται η χρήση συνθετικών δεδομένων που μιμούνται τα πραγματικά, διαδικασία που απαιτεί όμως εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Σχετικά με την Ελλάδα, ο Χρήστος Κοσμάς της Deloitte επισημαίνει ότι το επόμενο διάστημα θα ευνοήσει τους καλά προετοιμασμένους, με ευκαιρίες σε ψηφιακές υποδομές, logistics και σύγχρονα γραφεία. Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 850 στελέχη από 13 χώρες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιτυχία απαιτεί ρεαλισμό, ευελιξία και επενδύσεις σταθερής απόδοσης σε ένα περιβάλλον διαρκούς μετασχηματισμού.



